Το τελικό 1-4 στη Νίκαια απέναντι στην Κηφισιά δίνει την αίσθηση μιας άνετης επικράτησης. Η αλήθεια, όμως, για τον ΠΑΟΚ ήταν πιο σύνθετη. Ο Δικέφαλος δεν έπιασε υψηλά επίπεδα απόδοσης, έδειξε σημάδια κόπωσης, αλλά έκανε αυτό που απαιτούσε η συγκυρία: πήρε το τρίποντο και ανέβηκε στην κορυφή της βαθμολογίας, σε μια περίοδο που κάθε βαθμός ζυγίζει διαφορετικά και κάθε στραβοπάτημα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.
Και πώς να μην υπάρχει κούραση; Από τις 6 Ιανουαρίου μέχρι σήμερα, ο ΠΑΟΚ έχει δώσει 16 αγώνες σε τρεις διοργανώσεις και ετοιμάζεται για τον 17ο μέσα σε μόλις δύο μήνες. Πρόκειται για έναν ρυθμό που δεν αφήνει περιθώρια αποκατάστασης, ούτε πνευματικά ούτε σωματικά. Η επιβάρυνση είναι δεδομένη και αποτυπώθηκε σε διαστήματα του αγώνα: λιγότερη ένταση στις επιστροφές, μια αδικαιολόγητη αδράνεια στη φάση της ισοφάρισης από στατική μπάλα, μικρές αποστάσεις που άνοιξαν περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε ο προπονητής του.
Δεν ήταν μια βραδιά απόλυτου ελέγχου. Ήταν, όμως, μια βραδιά διαχείρισης. Και σε αυτό το σημείο της σεζόν, η διαχείριση ίσως να είναι πιο σημαντική από τη θεαματικότητα.
Η αντίδραση μετά την ισοφάριση είχε σημασία. Ο ΠΑΟΚ δεν πανικοβλήθηκε, δεν έχασε τη συνοχή του, δεν έδειξε εκνευρισμό. Συνέχισε να πιέζει, να κυκλοφορεί την μπάλα και να ψάχνει τις σωστές στιγμές. Το γκολ του Μπάμπα με το μακρινό σουτ ήρθε σε κομβικό σημείο, όταν το παιχνίδι έμοιαζε να μπαίνει σε ζώνη αβεβαιότητας. Ήταν μια ενέργεια ποιότητας που έγειρε την πλάστιγγα και απελευθέρωσε την ομάδα.
Η είσοδος του Ντέλια αποτέλεσε σημείο καμπής. Με περισσότερη ενέργεια και καθαρό μυαλό στο τελευταίο τρίτο, ο ΠΑΟΚ απέκτησε ξανά ρυθμό και απειλή ανάμεσα στις γραμμές. Το γκολ που σημείωσε μετά από ακόμη μία ασίστ του Ζίφκοβιτς επιβεβαίωσε τη σημασία του στο επιθετικό κομμάτι. Με εκείνον στο γήπεδο, η ανάπτυξη έγινε πιο απρόβλεπτη και η άμυνα της Κηφισιάς υποχρεώθηκε να πάρει περισσότερα ρίσκα.
Ξεχωριστή μνεία, όμως, αξίζει στον Αλεξάντερ Γερεμέγεφ. Ο Σουηδός επιθετικός μπήκε αναγκαστικά στο ματς μετά τον τραυματισμό του Γιακουμάκη και όχι μόνο δεν αιφνιδιάστηκε από τη συνθήκη, αλλά έδωσε άμεση λύση. Με απόλυτη ψυχραιμία από την άσπρη βούλα πέτυχε δύο γκολ, φτάνοντας τα τέσσερα με την ασπρόμαυρη φανέλα και επιβεβαιώνοντας ότι μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική επιλογή στο ροτέισον της τελικής ευθείας.
Η περίπτωσή του έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η μεταγραφή του τον Ιανουάριο προερχόμενος από τον Παναθηναϊκό είχε προκαλέσει έντονη συζήτηση και αμφισβήτηση. Πολλοί στάθηκαν στο timing, άλλοι στο αγωνιστικό του προφίλ. Ωστόσο, σε μια περίοδο που τα παιχνίδια διαδέχονται το ένα το άλλο και οι επιλογές μειώνονται λόγω τραυματισμών, η αξία ενός επιθετικού που μπορεί να έρθει από τον πάγκο και να «καθαρίσει» μια αναμέτρηση είναι ανεκτίμητη. Το σημαντικότερο για τον ίδιο είναι πως πλέον μπαίνει ξεκάθαρα στην εξίσωση, αποκτά ρόλο και αυτοπεποίθηση.
Συνολικά, ο ΠΑΟΚ δεν πατάει πάντα το γκάζι όπως έκανε σε άλλες φάσεις της σεζόν. Δεν έχει την ίδια φρεσκάδα, ούτε την ίδια διάρκεια στην ένταση. Έχει, όμως, χαρακτήρα. Έχει παίκτες που βγαίνουν μπροστά σε διαφορετικά παιχνίδια. Έχει βάθος, που τώρα αρχίζει να αποδίδει. Και κυρίως, έχει την ικανότητα να παίρνει αποτέλεσμα ακόμη κι όταν η απόδοσή του δεν είναι στο μέγιστο.
Αν αναλογιστεί κανείς όσα έχει περάσει το τελευταίο δίμηνο – τραυματισμούς, συνεχόμενα ντέρμπι, ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, ελάχιστο χρόνο αποκατάστασης η παρουσία του στην κορυφή μόνο τυχαία δεν είναι. Πρόκειται για μια διαδρομή που απαιτεί ψυχική ανθεκτικότητα και ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα. Και ο ΠΑΟΚ δείχνει να τα διαθέτει και τα δύο.
Το επόμενο τεστ έρχεται στο Καραϊσκάκη απέναντι στον Ολυμπιακό. Ένα ντέρμπι που μπορεί να λειτουργήσει ως βαρόμετρο για τη συνέχεια. Με τον Ντέλια διαθέσιμο και πιθανές επιστροφές παικτών που έλειψαν, αλλά και με δεδομένη τη συσσωρευμένη κόπωση, ο ΠΑΟΚ θα κληθεί να διαχειριστεί ξανά τα όριά του.
Σε αυτά τα παιχνίδια, η τακτική έχει σημασία, αλλά οι λεπτομέρειες κρίνουν τα πάντα. Μια στατική φάση, μια προσωπική ενέργεια, μια στιγμή έμπνευσης ή αδράνειας. Ο ΠΑΟΚ πηγαίνει ως πρωτοπόρος, με αυτοπεποίθηση αλλά και ρεαλισμό. Δεν κυριαρχεί πάντα, δεν είναι αλάνθαστος. Είναι, όμως, παρών. Και σε ένα πρωτάθλημα που μπαίνει στην πιο απαιτητική του στροφή, αυτό ίσως να είναι το μεγαλύτερο του πλεονέκτημα.


