Τα προκριματικά της Ευρώπης δεν είναι περίοδος για πειράματα. Είναι παιχνίδια που απαιτούν αγωνιστική ετοιμότητα, συνοχή και πάνω απ’ όλα σταθερές.
Μια ομάδα που θέλει να περάσει τους ευρωπαϊκούς γύρους πρέπει να έχει έναν κορμό, συγκεκριμένες αγωνιστικές αρχές και όσο το δυνατόν λιγότερες αλλαγές. Και πάνω σε αυτή τη βάση, όσο περνάει ο χρόνος και η σεζόν εξελίσσεται, μπορεί να προσθέτει νέα πρόσωπα, διαφορετικά χαρακτηριστικά και νέες ιδέες στο παιχνίδι της.
Ο ΠΑΟΚ έκανε ακριβώς το αντίθετο.
Άλλαξε προπονητή και ουσιαστικά προχώρησε σε αλλαγή της μισής ομάδας. Άλλαξε πρόσωπα, ρόλους, αγωνιστική φιλοσοφία και τρόπο παιχνιδιού, την ίδια στιγμή που έπρεπε να παρουσιαστεί έτοιμος για τα πιο κρίσιμα παιχνίδια του καλοκαιριού.
Το πρόβλημα δεν ήταν ότι ο ΠΑΟΚ προχώρησε σε αλλαγές. Το πρόβλημα ήταν το μέγεθος και το timing αυτών των αλλαγών.
Δεν μπορείς να ζητάς από μια ομάδα να λειτουργήσει ως έτοιμο σύνολο όταν την έχεις ουσιαστικά ξαναχτίσει από την αρχή. Δεν μπορείς να αλλάζεις προπονητή και να περιμένεις ότι μέσα σε λίγες εβδομάδες θα έχει περάσει στο γήπεδο τη δική του φιλοσοφία. Και δεν μπορείς να φέρνεις συνεχώς νέους ποδοσφαιριστές και να θεωρείς δεδομένο ότι θα αποκτήσουν αμέσως χημεία με τους υπόλοιπους.
Στην περίπτωση του ΠΑΟΚ, ο σχεδιασμός του καλοκαιριού έβαλε την ομάδα σε μια διαδικασία συνεχούς μετάβασης την ώρα που χρειαζόταν το ακριβώς αντίθετο: σταθερότητα και ετοιμότητα.
Οι νέοι ποδοσφαιριστές, οι νέες ιδέες και ένας διαφορετικός τρόπος παιχνιδιού μπορούν να προστεθούν στην πορεία μιας σεζόν. Δεν είναι απαραίτητο να αλλάξουν όλα μαζί και απότομα πριν από τα παιχνίδια που μπορούν να καθορίσουν τη χρονιά.
Ο ΠΑΟΚ επέλεξε να κάνει μια μεγάλη αγωνιστική αναδόμηση μπροστά στα προκριματικά της Ευρώπης και τελικά πλήρωσε το κόστος αυτής της επιλογής.
Γιατί στην Ευρώπη δεν υπάρχει χρόνος. Και όταν δεν είσαι έτοιμος τη στιγμή που πρέπει, συνήθως το πληρώνεις.

