Σε έναν κόσμο γεμάτο υποκρισία, ο Ντιέγκο έμεινε άνθρωπος

Ανάγνωση 4'

Σαν χθες, στις 30 Οκτωβρίου, θα γιόρταζε τα γενέθλιά του ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο άνθρωπος που γεννήθηκε στο χώμα της φτώχειας και έφτασε να γίνει θρύλος, χωρίς ποτέ να ξεχάσει από πού ξεκίνησε. Γιατί ο Ντιέγκο δεν ήταν απλώς ένας ποδοσφαιριστής. Ήταν φωνή, ήταν σύμβολο, ήταν η ζωντανή απόδειξη ότι το ταλέντο δεν έχει ταξικό πρόσημο, αλλά η ζωή έχει.

Από τα στενά του Φιορίτο, σε μια οικογένεια οχτώ παιδιών, μεγάλωσε μέσα στη στέρηση και την αδικία. Ο πατέρας του δούλευε ασταμάτητα, η μητέρα του παρίστανε την άρρωστη για να μη φάει και να περισσέψει φαγητό για τα παιδιά. Ο Μαραντόνα κουβάλησε πάντα μέσα του αυτή την εικόνα. Ήταν η πυξίδα του, η μνήμη που τον κράτησε γειωμένο, ακόμα κι όταν όλος ο κόσμος τον αποθέωνε.

Όταν μιλούσε για φτώχεια και κοινωνική ανισότητα, δεν το έκανε από θέση άνεσης. Το έκανε από μνήμη. Από εμπειρία. “Με κατηγορούν ότι μιλάω για τους φτωχούς ενώ έχω λεφτά”, έλεγε. “Ξεχνούν όμως από πού προέρχομαι. Από μια οικογένεια που ήξερε τι σημαίνει να πεινάς.” Δεν ήταν λόγια για τις κάμερες, ήταν μια κραυγή αλήθειας σε έναν κόσμο που προτιμά να ξεχνά.

Ο Μαραντόνα πίστευε ότι ο αθλητής δεν πρέπει να είναι διακοσμητικός. Πίστευε πως όποιος έχει φωνή, οφείλει να τη χρησιμοποιεί. Δεν ήθελε να είναι ήρωας των διαφημίσεων, αλλά των ανθρώπων που δεν είχαν μικρόφωνο. “Δεν χρειάζεται να πας πανεπιστήμιο για να ξέρεις πότε οι άνθρωποι υποφέρουν”, έλεγε με εκείνο το γνώριμο πείσμα του. Και αυτό ήταν όλο το πιστεύω του σε μία φράση.

Όταν χαρακτήρισε τον εαυτό του “Τσε Γκεβάρα του ποδοσφαίρου”, δεν το έκανε για να προκαλέσει ή να φανεί ρομαντικός. Το είπε γιατί πίστευε πως το παιχνίδι, όπως και η ζωή, έχει στρατόπεδα. Κι εκείνος διάλεξε με ποιον θα σταθεί. Στο πλευρό των φτωχών, των αποκλεισμένων, των ανθρώπων που κανείς δεν βλέπει. Ήταν με τον λαό του, όχι με την εξουσία. Με τους εργάτες και τους μικρούς, όχι με τα αφεντικά των συλλόγων ή των ομοσπονδιών.

Στήριξε τον Φιντέλ Κάστρο και τον Ούγκο Τσάβες, όχι γιατί συμφωνούσε με κάθε πολιτική τους, αλλά γιατί πίστευε στο δικαίωμα ενός λαού να μην γονατίζει μπροστά στους ισχυρούς. Μιλούσε ενάντια στο ΔΝΤ, μιλούσε για την Αργεντινή, για τη Λατινική Αμερική, για εκείνους που δεν είχαν ποτέ δικαίωμα στην ελπίδα.

Ο Μαραντόνα δεν ήταν άγιος. Ήταν άνθρωπος. Με λάθη, υπερβολές, πάθη. Αλλά δεν υποκρίθηκε ποτέ. Δεν προσπάθησε να φανεί κάτι που δεν ήταν. Δεν φόρεσε ποτέ τη μάσκα του «καθωσπρέπει» πρωταθλητή. Και ίσως αυτό να είναι που τον κάνει αθάνατο. Γιατί, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο επιτηδευμένες εικόνες, ο Ντιέγκο έμεινε αληθινός.

Σαν χθες θα ήταν τα γενέθλιά του. Και ίσως, κάπου, σε μια φτωχογειτονιά της Νάπολης ή του Μπουένος Άιρες, κάποιο παιδί να κλωτσάει μια παλιά μπάλα στο χώμα, ονειρευόμενο μια καλύτερη ζωή. Αυτό ήταν ο Μαραντόνα: η απόδειξη ότι το όνειρο μπορεί να ξεκινήσει από το τίποτα και να φτάσει παντού, αρκεί να μη ξεχάσεις ποτέ από πού ξεκίνησες.

banner
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Κοινοποίησε αυτό το άρθρο