Η σιωπή του Ραζβάν Λουτσέσκου δεν είναι απλώς ενδεικτική. Είναι κραυγή. Για έναν προπονητή που εδώ και χρόνια μιλά ανοιχτά, αναλύει, τοποθετείται και δεν αποφεύγει να πάρει θέση ακόμα και στα πιο δύσκολα, η απόφασή του να μην πει ούτε λέξη —ούτε καν στα ρουμανικά ΜΜΕ— μόνο τυχαία δεν είναι. Αντιθέτως, είναι η πιο ηχηρή ένδειξη ότι κάτι σοβαρό έχει σπάσει.
Η αφορμή ήταν μια έντονη, φορτισμένη και δύσκολη κουβέντα με τον Ιβάν Σαββίδη. Οι πληροφορίες αναφέρουν πως η συζήτηση ανάμεσα στους δύο άνδρες, που έγινε μετά το φινάλε της σεζόν, διεξήχθη σε εξαιρετικά βαρύ κλίμα, με λεκτικές εντάσεις και βαθιές διαφωνίες. Η κουβέντα διακόπηκε απότομα, χωρίς να φτάσει σε καμία συμφωνία ή κοινή κατεύθυνση για το μέλλον. Από εκείνη τη στιγμή, επικρατεί πλήρης σιγή.
Η απόφαση του Λουτσέσκου να μην μιλήσει – ούτε στον Τύπο της Ρουμανίας, όπου παραδοσιακά αισθάνεται πιο άνετα – δεν ήταν μια αυθόρμητη επιλογή. Ήταν μια στρατηγική σιωπή. Μια στάση που προδίδει έντονο προβληματισμό και απογοήτευση, αλλά και μια πιθανή πρόθεση αποστασιοποίησης από τον ΠΑΟΚ, τουλάχιστον μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.
Είναι η πρώτη φορά στην καριέρα του, τουλάχιστον από τότε που επέστρεψε στην Τούμπα, που αποφεύγει συστηματικά τη δημόσια τοποθέτηση. Ούτε αναφορά, ούτε απολογισμός, ούτε λόγος για το μέλλον. Και αυτή η «αφωνία» είναι από μόνη της ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Δεν επιλέγεις να μην μιλήσεις όταν όλα είναι καλά. Επιλέγεις να σιωπήσεις όταν δεν θέλεις – ή δεν μπορείς – να πεις την αλήθεια. Ή όταν η αλήθεια είναι τόσο σκληρή, που προτιμάς να τη φυλάξεις για τον εαυτό σου.
Την ίδια στιγμή, στον ΠΑΟΚ επικρατεί απόλυτη στασιμότητα. Καμία απόφαση, κανένας προγραμματισμός, καμία ένδειξη για το τι μέλλει γενέσθαι. Η σχέση του Σαββίδη με τον Λουτσέσκου βρίσκεται στον “αέρα”, και αυτό έχει αρχίσει να αποτυπώνεται σε όλα τα επίπεδα: από την έλλειψη ανακοινώσεων, μέχρι την αβεβαιότητα στο ποδοσφαιρικό τμήμα.
Το μέλλον αυτής της συνεργασίας μοιάζει πιο αβέβαιο από ποτέ. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Λουτσέσκου, αυτή τη φορά, δεν σιωπά επειδή δεν έχει κάτι να πει. Αντίθετα: σιωπά γιατί έχει πολλά – πάρα πολλά – που ακόμα δεν μπορούν να ειπωθούν. Ή ίσως γιατί, πλέον, δεν υπάρχει πια κανείς για να τον ακούσει πραγματικά.


