Στον επαγγελματικό αθλητισμό δεν υπάρχει «συμβόλαιο με την επιτυχία». Υπάρχει, όμως, ένα σαφές πλαίσιο υποχρεώσεων και αρχών που οφείλει να τηρεί μια ομάδα αν θέλει να διεκδικεί με συνέπεια τους στόχους της.
Η λογική είναι απλή: όταν πράττεις τα βασικά και τα δεδομένα που απαιτεί το επίπεδο, αυξάνεις τις πιθανότητες να φτάσεις στο αποτέλεσμα. Όταν δεν τα πράττεις, τότε ακόμη και οι πιο δύσκολες συγκυρίες παύουν να αποτελούν δικαιολογία, καθώς τα αίτια εντοπίζονται πρωτίστως στο εσωτερικό της ομάδας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο φετινός ΠΑΟΚ καλείται να διαχειριστεί μια μετάβαση που δεν ξεκινά από το μηδέν. Υπάρχουν αγωνιστικά κενά και ζητήματα που δεν είναι συγκυριακά, αλλά αποτέλεσμα μιας πορείας που εξελίσσεται μέσα στον χρόνο και έχει ενταθεί μετά τις πρόσφατες αποχωρήσεις σημαντικών μονάδων, όπως των Κετζιόρα και Οζντόεφ.
Αυτό σημαίνει ότι η επανεκκίνηση δεν μπορεί να βασιστεί ούτε σε εύκολες εξηγήσεις ούτε σε υπερβολικές προσδοκίες. Απαιτείται ρεαλισμός, σωστή αξιολόγηση του ρόστερ και κυρίως αποκατάσταση της αγωνιστικής συνέπειας που χαρακτηρίζει τις ομάδες υψηλού επιπέδου.
Σε αυτή τη διαδικασία, ο προπονητής δεν λειτουργεί ως «εξιλαστήριο θύμα» σε περίπτωση αποτυχίας, όπως δεν μπορεί να αποτελέσει λύση από μόνος του σε δομικά ζητήματα που προηγούνται της παρουσίας του. Αντίστοιχα, οι νεαροί ποδοσφαιριστές δεν είναι δυνατό να επωμιστούν υπέρμετρες προσδοκίες ή να κριθούν με όρους που δεν αντιστοιχούν στο στάδιο εξέλιξής τους.
Ο ΠΑΟΚ, επομένως, καλείται να ξαναβάλει την ομάδα σε σωστές αγωνιστικές βάσεις, με ισορροπία ανάμεσα στη συνέπεια, την υπομονή και τον ρεαλισμό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επιτυχία δεν μπορεί να προεξοφληθεί μπορεί όμως να διεκδικηθεί με περισσότερη σταθερότητα και καθαρό πλάνο.


