Όταν το κράτος σιωπά, το παρασκήνιο παίρνει τον λόγο

Ανάγνωση 4'

Τα όσα εκτυλίχθηκαν στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, και όσα ενδέχεται να ακολουθήσουν στο ΟΑΚΑ, δεν αφορούν απλώς τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό. Αφορούν τη σχέση του ελληνικού κράτους με τον επαγγελματικό αθλητισμό. Και η εικόνα που προκύπτει είναι θολή, αμήχανη και, κυρίως, μη θεσμική.

Στην καρδιά ενός πρωταθλήματος που διαφημίζεται ως «το κορυφαίο επίπεδο του ελληνικού μπάσκετ», βλέπουμε πράξεις που δεν χωρούν σε ένα ευνομούμενο περιβάλλον: παράγοντες που εμφανίζονται σε πάγκους και κερκίδες με τρόπο προκλητικό, χωρίς καμία απολύτως παρέμβαση των αρχών· θεσμικά όργανα που σιωπούν· και μια πολιτεία που, αντί να θωρακίζει τον χώρο, μοιάζει να παρακολουθεί από απόσταση ασφαλείας.

Η εικόνα στο ΣΕΦ και τα ερωτήματα

Η παρουσία του Δημήτρη Γιαννακόπουλου στο ΣΕΦ, όχι ως απλού θεατή αλλά ως ενεργού “παράγοντα” με διαρκή παρουσία στο επίκεντρο του αγώνα, φλέρταρε ανοιχτά με τα όρια της πρόκλησης. Κινήσεις, βλέμματα, χειρονομίες, βιντεοσκοπημένα αποσπάσματα — όλα συγκροτούν μια εικόνα που, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να κινητοποιήσει θεσμούς και όργανα.

Όμως, δεν συνέβη τίποτα.

Η ΚΕΔ, ο αθλητικός εισαγγελέας, η αστυνομία, οι υπεύθυνοι ασφαλείας του αγώνα, ακόμη και η ΕΟΚ, έμειναν αμέτοχοι, παρότι οι εικόνες είχαν ήδη διαδοθεί δημόσια και συνοδεύονταν από σοβαρές καταγγελίες. Είναι αυτό το πλαίσιο εφαρμογής των κανόνων που επιθυμεί το ελληνικό μπάσκετ;

Η κυβέρνηση δεν είναι μέρος της λύσης – και δεν πρέπει να είναι μέρος του προβλήματος

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η συμπεριφορά ενός παράγοντα. Είναι το θεσμικό κενό που επιτρέπει τέτοιες συμπεριφορές να μετατρέπονται σε «κανονικότητα». Και σε αυτό, η εκάστοτε κυβέρνηση φέρει ευθύνη. Όχι απαραίτητα γιατί ενθαρρύνει, αλλά γιατί δεν παρεμβαίνει εκεί που πρέπει: στους μηχανισμούς εποπτείας, στις πειθαρχικές διαδικασίες, στην ενίσχυση του αισθήματος δικαιοσύνης για όλους.

Δεν είναι δουλειά της πολιτείας να συγκαλεί «ειρηνευτικά τραπέζια» ή να απευθύνει εκκλήσεις για ηρεμία. Είναι δουλειά της να διασφαλίζει ότι όλοι λογοδοτούν, είτε λέγονται Γιαννακόπουλος είτε οποιοσδήποτε άλλος.

Ο θεσμικός μηδενισμός γεννά αναρχία

Όσο η τήρηση των κανονισμών επαφίεται στην καλή πρόθεση ή στη διάθεση των ομάδων να “μην το τραβήξουν”, το ίδιο το προϊόν απαξιώνεται. Όσο το κράτος επιλέγει να μην εφαρμόζει τη νομοθεσία επειδή αφορά «μεγάλους», το μήνυμα είναι σαφές: δεν υπάρχει ισονομία.

Και όταν δεν υπάρχει ισονομία, το άθλημα χάνει την αξιοπιστία του — όχι μόνο στους φιλάθλους, αλλά και στους χορηγούς, στους παίκτες, στους επενδυτές, στους νέους.

Τι πρέπει να αλλάξει – τώρα

Η απάντηση είναι θεσμική και όχι επικοινωνιακή. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για πραγματική αλλαγή, τότε:

Η αθλητική δικαιοσύνη πρέπει να είναι ανεξάρτητη και άμεση.

Η παρουσία παραγόντων σε πάγκους και γήπεδα χωρίς διαπίστευση πρέπει να επισύρει ποινές.

Οι αθλητικοί εισαγγελείς να δρουν αυτεπάγγελτα όταν διαπιστώνεται δημόσια πρόκληση.

Η αστυνομία να εφαρμόζει καθολικά και ισότιμα τους κανονισμούς ασφαλείας, ανεξαρτήτως προσώπων.

Η πολιτεία να περιοριστεί αυστηρά στον θεσμικό της ρόλο: όχι συστάσεις, όχι παρεμβάσεις, μόνο εφαρμογή νόμου.

Το ελληνικό μπάσκετ δεν έχει ανάγκη από κρατική “προστασία”, ούτε από παράγοντες που λειτουργούν σαν ιδιοκτήτες χώρων και κανόνων. Έχει ανάγκη από νομιμότητα, συνέπεια και διαφάνεια.

Η εικόνα του ΣΕΦ — με την απουσία θεσμικής αντίδρασης απέναντι σε ανοιχτή πρόκληση — είναι μια ήττα. Όχι του Παναθηναϊκού ή του Ολυμπιακού. Αλλά του ίδιου του αθλήματος και της αξιοπιστίας του.

Αν δεν υπάρξει θεσμική εγρήγορση τώρα, δεν θα μείνει τίποτα για να προστατευτεί μετά.

Elabet
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Κοινοποίησε αυτό το άρθρο