Η είδηση της δολοφονίας ενός εικοσάχρονου φιλάθλου στη Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς ένα ακόμη τραγικό περιστατικό. Είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας μας. Και αυτό που αντανακλά δεν είναι μόνο οπαδική βία, είναι η επικίνδυνη συνήθεια να αντιμετωπίζουμε τέτοιες τραγωδίες σαν να αποτελούν μέρος της καθημερινότητας.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο το ίδιο το έγκλημα, αλλά η σχεδόν αδιάφορη συνέχεια της δημόσιας ζωής. Λίγες ώρες έντασης, μερικές δηλώσεις, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ύστερα όλα επιστρέφουν στον γνώριμο ρυθμό. Σαν να μην χάθηκε μια ανθρώπινη ζωή. Σαν να μην πρόκειται για ένα παιδί που μέχρι χθες είχε όνειρα, φίλους και οικογένεια.
Η βία στον αθλητισμό δεν γεννιέται ξαφνικά στους δρόμους. Καλλιεργείται συστηματικά. Στο δηλητηριώδες κλίμα των social media, στα σχόλια που ξεχειλίζουν από μίσος, στα άρθρα που τροφοδοτούν τον φανατισμό, αλλά και σε ένα περιβάλλον όπου ορισμένοι αυτοαποκαλούμενοι «χιουμορίστες» ή «γνώστες» χτίζουν κοινό μέσα από την προσβολή, την ειρωνεία και την οπαδική πόλωση.
Η ψηφιακή εποχή έδωσε σε όλους βήμα. Αυτό από μόνο του δεν είναι πρόβλημα. Γίνεται όμως επικίνδυνο όταν το βήμα αυτό μετατρέπεται σε μικρόφωνο μίσους. Πίσω από πολλαπλά προφίλ και ανώνυμες ταυτότητες, κάποιοι εκτονώνουν θυμό και επιθετικότητα χωρίς καμία ευθύνη. Και όταν τέτοιες φωνές ενισχύονται από μέσα ενημέρωσης που επιδιώκουν απλώς επισκεψιμότητα, το αποτέλεσμα είναι ένα τοξικό οικοσύστημα.
Ο αθλητισμός, στη βαθύτερη ουσία του, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ανταγωνισμός. Είναι πολιτισμός, κοινότητα, συλλογική εμπειρία. Ο χουλιγκανισμός δεν έχει καμία σχέση με αυτά. Δεν είναι πάθος για την ομάδα, είναι εκτροπή. Και η εκτροπή αυτή δεν αφορά μόνο μια ομάδα ή έναν οπαδικό χώρο. Κάθε μεγάλη ομάδα έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τέτοια φαινόμενα.
Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Οι ίδιες οι ομάδες και οι φίλαθλοι οφείλουν να απομονώσουν κάθε στοιχείο που λειτουργεί παρασιτικά. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που αγαπούν το ποδόσφαιρο είναι φυσιολογικοί πολίτες. Πολλοί μάλιστα έχουν απομακρυνθεί εδώ και χρόνια από τα γήπεδα, ακριβώς επειδή δεν θέλουν να συνδέονται με αυτή την εικόνα βίας.
Ταυτόχρονα, η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει σε ουσιαστικές παρεμβάσεις. Όχι πρόχειρα μέτρα που εξαγγέλλονται μετά από κάθε τραγωδία και ξεχνιούνται λίγους μήνες αργότερα. Η αντιμετώπιση της οπαδικής βίας απαιτεί γνώση της πραγματικότητας των γηπέδων και κυρίως συνέπεια στην εφαρμογή των κανόνων.
Δυστυχώς, η φράση «ποτέ ξανά» έχει ακουστεί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Και κάθε φορά μοιάζει να χάνει το νόημά της. Γιατί μετά τον θυμό και τη συγκίνηση, η καθημερινότητα επιστρέφει χωρίς να έχει αλλάξει ουσιαστικά τίποτα.
Η πραγματική αλλαγή δεν θα έρθει μόνο με νόμους ή εξαγγελίες. Θα ξεκινήσει από την κοινωνία. Από τον τρόπο που μιλάμε, που σχολιάζουμε, που επιλέγουμε ποιους ακούμε και ποιους ακολουθούμε. Από τη συλλογική απόφαση να μην κανονικοποιούμε το μίσος.
Γιατί όταν μια κοινωνία συνηθίζει τη βία, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στους δράστες. Βρίσκεται και στη σιωπή των υπολοίπων.
Το πραγματικό όμως ερώτημα παραμένει ανοιχτό, αν αυτή τη φορά θα αποφασίσουμε πράγματι να αλλάξουμε κάτι.


