Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που κάνουν τη δουλειά τους. Υπάρχουν και εκείνοι που κάνουν τη διαφορά. Και υπάρχουν οι λίγοι, οι εκλεκτοί, που κάνουν κάτι περισσότερο: κάνουν τον κόσμο να χαμογελά. Ο Γιάννης Κωνσταντέλιας ανήκει σ’ αυτή την τελευταία κατηγορία. Δεν είναι απλώς ένας ταλαντούχος παίκτης· είναι μια υπενθύμιση ότι το ποδόσφαιρο, όταν το αγγίζει η φαντασία, μπορεί να γίνει τέχνη.
Στα 21 του, ο άσος του ΠΑΟΚ δεν παίζει απλώς με αυτοπεποίθηση — παίζει με ελευθερία. Κινείται με χάρη, σκέφτεται πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους, βλέπει διαδρόμους εκεί που οι άλλοι βλέπουν τοίχους. Είναι ο παίκτης που δεν παίζει μόνο με τα πόδια, αλλά κυρίως με το μυαλό. Ο τρόπος που «διαβάζει» το παιχνίδι θυμίζει ώριμο ποδοσφαιριστή ευρωπαϊκού επιπέδου, κι όμως η φρεσκάδα του τον κάνει πάντα απρόβλεπτο, πάντα δημιουργικό.
Δεν χρειάζεται να σκοράρει για να ξεσηκώσει το γήπεδο. Αρκεί μια προσποίηση, ένα κοντρόλ, μια κάθετη πάσα που «σκίζει» τις άμυνες. Σε κάθε του επαφή με τη μπάλα, οι φίλαθλοι κρατούν την ανάσα τους. Γιατί ξέρουν ότι μπορεί να ακολουθήσει κάτι όμορφο. Κάτι διαφορετικό. Κάτι που δε βλέπεις συχνά πια στα ελληνικά γήπεδα.
Ο Κωνσταντέλιας δεν είναι προϊόν ενός «εργοστασίου ποδοσφαίρου». Δεν μεγάλωσε μέσα σε συστήματα και δομές που σπάνε τη φαντασία. Αντίθετα, κουβαλάει αυτή τη γνήσια, ανεπιτήδευτη χαρά του παιδιού που έπαιζε μπάλα στις αλάνες, προσπαθώντας να ντριμπλάρει κάθε φίλο του, κάθε περαστικό, κάθε σκιά. Αυτή η αθωότητα δεν χάθηκε. Απλώς μεγάλωσε μαζί του.
Κι ίσως εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερό του χάρισμα: το ότι παίζει με καθαρότητα. Δεν παρασύρεται από τη λάμψη, δεν επηρεάζεται από τη φήμη. Μπαίνει στο γήπεδο με τη φυσικότητα του ανθρώπου που αγαπά αυτό που κάνει. Κι αυτό φαίνεται σε κάθε του πάτημα, σε κάθε του βλέμμα προς τη μπάλα.
Σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο έχει γίνει ψυχρός υπολογισμός, πίεση, στατιστικά και «metrics», ο Κωνσταντέλιας μας επιστρέφει σε μια πιο αγνή εποχή. Μας θυμίζει ότι κάποτε, οι μεγάλες στιγμές γεννιούνταν όχι από τα data, αλλά από τη φαντασία. Από το θάρρος ενός πιτσιρικά να τολμήσει κάτι διαφορετικό. Από το πάθος να κάνει το κοινό να σηκωθεί όρθιο και να φωνάξει «μπράβο» — όχι γιατί μπήκε γκολ, αλλά γιατί είδε κάτι αληθινό.
Και το μέλλον του; Ανήκει σε εκείνον. Ο δρόμος του είναι ανοιχτός, γεμάτος προοπτικές. Οι ξένες ομάδες ήδη τον παρακολουθούν, οι συγκρίσεις με μεγάλους δημιουργούς του παρελθόντος είναι αναπόφευκτες. Μα όσο κι αν έρθουν προτάσεις, όποια φανέλα κι αν φορέσει, ένα πράγμα θα μείνει ίδιο: ο τρόπος που αγγίζει τη μπάλα. Ο τρόπος που παίζει για τη χαρά του παιχνιδιού.
Εμείς, όσοι αγαπάμε το ποδόσφαιρο, είμαστε απλώς τυχεροί που ζούμε στην εποχή του. Που μπορούμε να λέμε ότι τον είδαμε να μεγαλώνει, να εξελίσσεται, να γράφει τη δική του ιστορία από τη Θεσσαλονίκη μέχρι — ποιος ξέρει πού. Γιατί κάθε του εμφάνιση είναι μια μικρή γιορτή, μια ανάσα αισιοδοξίας ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν τελείωσε — απλώς περίμενε κάποιον σαν τον Γιάννη Κωνσταντέλια για να ξαναρχίσει να ονειρεύεται.
Όσο θα υπάρχει εκείνος στο χορτάρι, το ποδόσφαιρο θα έχει ψυχή. Κι εμείς, οι θεατές, θα είμαστε οι πιο τυχεροί μάρτυρες αυτής της μαγείας.


