Η δημόσια διαχείριση της υπόθεσης της δολοφονίας του νεαρού Κλεομένη από την ΕΛ.ΑΣ. εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο που κινήθηκε η έρευνα εξαρχής. Όταν σε ένα σοβαρό περιστατικό η αστυνομία εμφανίζεται διστακτική να αξιολογήσει όλα τα πιθανά κίνητρα, δημιουργείται ο κίνδυνος να χαθεί πολύτιμος χρόνος και κρίσιμα στοιχεία.
Νομικοί και ειδικοί επισημαίνουν ότι οι πρώτες ώρες μετά από ένα έγκλημα είναι καθοριστικές. Η εσφαλμένη εκτίμηση των κινήτρων μπορεί να κατευθύνει την έρευνα σε λάθος δρόμο, περιορίζοντας τις τακτικές και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται, με αποτέλεσμα να χαθεί το πλεονέκτημα της ταχύτητας και της ακρίβειας στην εξιχνίαση.
Στην περίπτωση αυτή, ενώ η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Αθλητικής Βίας της ΓΑΔΑ φαίνεται να είχε από την αρχή εντοπίσει στοιχεία που συνηγορούσαν σε οπαδικό υπόβαθρο, η επίσημη γραμμή της ΕΛ.ΑΣ. υποστήριζε ότι τα κίνητρα δεν ήταν ξεκάθαρα. Αυτή η αντίφαση εγείρει εύλογες αμφιβολίες για το αν η καθυστέρηση αφορούσε μόνο την επικοινωνία ή και την ίδια την έρευνα.
Το ζήτημα δεν είναι θεωρητικό. Καθυστερήσεις ή λάθος παραδοχές στην πρώτη φάση μιας έρευνας μπορούν να στερήσουν κρίσιμα στοιχεία και να μειώσουν σημαντικά τις πιθανότητες εξιχνίασης. Και, δυστυχώς, η συγκεκριμένη περίπτωση έρχεται να υπενθυμίσει τις διαχρονικές αδυναμίες της πολιτείας στη διαχείριση της οπαδικής βίας: αυστηροί νόμοι, προσωρινά μέτρα, επικοινωνιακές εξαγγελίες, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση των ριζικών προβλημάτων.
Η υπόθεση λειτουργεί ως ακόμη ένα καμπανάκι για την ανάγκη σαφούς, άμεσης και στοχευμένης δράσης. Η καθαρή και έγκαιρη αξιολόγηση των κινήτρων και των δεδομένων από την αστυνομία είναι κρίσιμη. Η καθυστέρηση ή η ασάφεια σε αυτό το στάδιο δεν είναι απλώς θέμα επικοινωνίας, είναι ζήτημα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.


