Ο ΠΑΟΚ μπήκε στο «Γ. Καραϊσκάκης» με στόχο να διεκδικήσει μια μεγάλη νίκη, όμως στο γήπεδο το αποτέλεσμα ήταν εντελώς διαφορετικό. Οι ποδοσφαιριστές του Δικεφάλου έδειξαν από νωρίς ότι δεν πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αποσπάσουν κάτι θετικό από την αναμέτρηση με τον Ολυμπιακό. Ακόμα και όταν βρήκαν δίχτυα, η αντίδρασή τους ήταν σχεδόν μηδενική — δεν πανηγύρισαν, μια γλώσσα του σώματος που φώναζε πιο δυνατά από τα λόγια.
Η ομάδα του Λουτσέσκου παρουσίασε ένα αδιάφορο πρόσωπο, χωρίς ενέργεια, χωρίς δημιουργία, χωρίς ένταση. Οι προσπάθειες του Ζίβκοβιτς, που ήταν ο μοναδικός που φαινόταν να παλεύει, δεν αρκούσαν για να αλλάξουν το ρου του αγώνα. Κανείς δεν αμφισβητεί τις ικανότητες του Σέρβου επιθετικού, ωστόσο η πραγματικότητα είναι πως για να καταφέρει μια ομάδα να πετύχει μεγάλες νίκες σε τέτοιους αγώνες, χρειάζεται μια ολόκληρη ομάδα, όχι μόνο έναν παίκτη.
Το θέμα όμως δεν σταματά εκεί. Οι διαρκείς φωνές και οι εκτιμήσεις που προηγήθηκαν του παιχνιδιού, ότι ο ΠΑΟΚ θα έφευγε με το τρίποντο, εκτέθηκαν με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο. Όλοι εκείνοι που «προέβλεπαν» εύκολες νίκες, βασισμένοι σε σενάρια και αφηγήσεις που συχνά μοιάζουν αποκομμένες από την πραγματικότητα, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο. Το ματς δεν είναι πια σενάριο φαντασίας, είναι πραγματικότητα και η πραγματικότητα είναι ότι η ομάδα του ΠΑΟΚ δεν κατάφερε να ανταποκριθεί.
Κι επειδή πρέπει πάντα κάποιος να φταίει, η κουβέντα γυρνά εκεί που έχει εδραιωθεί ως «εύκολη λύση»: στον Ραζβάν Λουτσέσκου. Ό,τι και να συμβαίνει, ένα κομμάτι του κόσμου — και κυρίως της «μικροφωνικής» — θα στοχοποιήσει εκείνον. Όχι ως τεχνικό, αλλά σχεδόν ως… ενοχλητική παρουσία. Δεν γίνεται πια κριτική σε επιλογές του, ούτε συζήτηση για τακτική. Έχει μετατραπεί σε μια μορφή εμμονής που ακουμπά όλο και περισσότερο τα όρια της εμπάθειας.
Σε καμία άλλη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας του ΠΑΟΚ δεν έχει γίνει τέτοια προσωπική στοχοποίηση σε προπονητή. Ούτε επί Στέφενς, ούτε επί Σάντος, ούτε επί Ίβιτς. Και φυσικά, σε καμία άλλη εποχή δεν έγινε η εθνικότητα του προπονητή αντικείμενο χλευασμού ή εργαλείο προσβολής. Το «ο Ρουμάνος», χωρίς καν το στοιχειώδες «τεχνικός», χρησιμοποιείται πια με τρόπο που περισσότερο παραπέμπει σε υπαινιγμό παρά σε ταυτοποίηση. Κι αυτό λέει πολλά — όχι για τον Λουτσέσκου, αλλά για την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου γύρω από τον ΠΑΟΚ.
Ο Λουτσέσκου είναι ένας προπονητής που, αν μη τι άλλο, έχει πιστωθεί τις μεγαλύτερες επιτυχίες του συλλόγου. Έχει φέρει τίτλους, έχει δημιουργήσει σύνολα με ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα, έχει επιβιώσει από πίεση και αντίξοες συνθήκες. Δεν είναι άμοιρος ευθυνών για την όποια φετινή αστοχία. Αλλά άλλο η λογική αξιολόγηση και άλλο η προσωπική αποδόμηση. Και κυρίως, άλλο το κριτικό βλέμμα κι άλλο το μένος — το οποίο, όσο κι αν κάποιοι θέλουν να το πλασάρουν για “ανησυχία για την ομάδα”, έχει συχνά ρίζες πολύ πιο θολές.
Σε λίγες μέρες έρχεται το τελευταίο μεγάλο παιχνίδι της σεζόν, με την ΑΕΚ. Εκεί θα κριθούν πολλά. Ίσως όχι μόνο σε επίπεδο βαθμών


