Όταν άκουσα το «Πάμε να πάρουμε λουλούδια και πάμε στην Τούμπα», ένιωσα ξαφνικά να σφίγγεται το στομάχι μου. Δεν το περίμενα, δεν ήξερα αν ήμουν έτοιμος, κι όμως η αυθόρμητη απόφαση ήταν εκεί. Καθώς περπατούσαμε προς τη Θύρα 4, το μυαλό ξυπνούσε μνήμες και ιστορίες από το παρελθόν (εκδρομές, ταξίδια, φωνές και γέλια) και τώρα όλα αυτά ανακατεύονταν με την απώλεια, τη θλίψη και τον σεβασμό για τους επτά που έφυγαν τόσο άδικα.
Η πορεία προς το γήπεδο ήταν παράξενη, ο δρόμος που συνήθως γεμίζει με φωνές και χαμόγελα, τώρα φαινόταν σιωπηλός, σχεδόν αδειανός. Κάθε βήμα φαινόταν βαρύ, σαν να κουβαλούσαμε μαζί μας και το βάρος της απώλειας. Οι σκέψεις μου γύριζαν σε παλιές εκδρομές, στις ιστορίες των φίλων που έλεγαν πάντα «Όσοι πάμε, τόσοι να γυρίσουμε». Τώρα, αυτή η φράση αποκτούσε μια τραγική σημασία που σου σφίγγει την καρδιά.
Μπαίνοντας στην Τούμπα, το στομάχι μου σφίγγεται ακόμα περισσότερο. Ο κόσμος ήταν σιωπηλός, με κατεβασμένα κεφάλια, μόνο τα αναμμένα ρεσό φωτίζανε τη Θύρα 4. Το πανό «Καλό παράδεισο αδέρφια» κυριαρχούσε στον χώρο, κι όποιο βλέμμα στρεφόταν προς αυτό ένιωθες ότι αγγίζει κάτι πιο βαθύ από τη λέξη θλίψη. Κάποιοι σταματούσαν μπροστά του, άφηναν λουλούδια, ψιθύριζαν το όνομα ενός φίλου ή έγερναν το κεφάλι τους για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να προσπαθούσαν να δώσουν κουράγιο σε αυτούς που δεν μπορούσαν πια να ακουστούν.
Καθώς περνούσε η ώρα, το βάρος στο στήθος μεγάλωνε. Οι παρευρισκόμενοι περπατούσαν αργά ανάμεσα στα ρεσό, προσπαθώντας να μην ενοχλήσουν τη σιωπή του χώρου. Κάποιοι σκούπιζαν δάκρυα, άλλοι σιωπούσαν κοιτάζοντας το πανό, και όλοι ήξεραν πως ήταν εδώ για τον ίδιο λόγο: για να τιμήσουν τους επτά φίλους που χάθηκαν.
Οι μνήμες των εκδρομών ξανάρχονταν στο μυαλό μου, φωνές στις κερκίδες, γέλια στον δρόμο, συνθήματα, χαμόγελα και ενθουσιασμός. Τώρα αντικαταστάθηκαν από σιωπή, δάκρυα και τον βουβό πόνο μιας συλλογικής απώλειας. Ένιωθες την Τούμπα να στέκεται βουβή και αγέρωχη, σαν να συμμετείχε κι αυτή στο πένθος, να σφίγγει τους τοίχους της γύρω σου σαν αγκαλιά.
Κάποια στιγμή, ένας άντρας με πλησίασε σιγά-σιγά και άφησε ένα λουλούδι στα ρεσό. Δεν είπε λέξη, μόνο έκανε μια βαθιά υπόκλιση και απομακρύνθηκε. Μια γυναίκα δίπλα του ψιθύριζε το όνομα ενός φίλου, τα χέρια της κλεισμένα σε γροθιά, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή την παρουσία του. Κάθε μικρή χειρονομία ήταν γεμάτη σημασία, γεμάτη βουβή αγάπη και σεβασμό.
Κάθε βήμα μέσα στη Θύρα 4 ένιωθες σαν να μπαίνεις σε μια άλλη διάσταση, όπου ο χρόνος σταματά και η θλίψη γίνεται κοινή γλώσσα. Το βλέμμα σου συναντά άλλους ανθρώπους και ξέρεις ότι όλοι μοιραζόμαστε τον ίδιο πόνο, ότι η αγάπη για την ομάδα και η απώλεια για τους φίλους που έφυγαν δημιουργούν ένα δέσιμο που δεν χρειάζεται λέξεις.
Φεύγοντας, η αίσθηση δεν σε εγκατέλειπε, η Τούμπα συνέχιζε να σιωπά, και η σκέψη για τους επτά που έφυγαν βαραίνει ακόμα την ατμόσφαιρα. Τα βλέμματα, τα ρεσό και η σιωπηλή παρουσία του κόσμου θυμίζουν τη μνήμη τους. Οι επτά που έφυγαν θα μείνουν για πάντα εκεί, στα βλέμματα των ανθρώπων, στα αναμμένα ρεσό, στον σεβασμό που δεν λέγεται αλλά νιώθεται.
Η ατάκα «Όσοι πάμε, τόσοι να γυρίσουμε» δεν ακούστηκε φωναχτά, αλλά αιωρούνταν στον αέρα. Σαν μια υπόσχεση που πλέον δεν μπορεί να κρατηθεί, αλλά σαν μια σιωπηλή μνήμη που θα ζει για πάντα, ανάμεσα σε κάθε φίλο της ομάδας που περνάει από τη Θύρα 4.


