Αν υπάρχει ένας θεσμός όπου η ένταση του ντέρμπι ΠΑΟΚ–Άρης αποκτά άλλη διάσταση, αυτός είναι το Κύπελλο Ελλάδας.
Και η παράδοση, όσο κι αν αλλάζουν εποχές, προπονητές και ρυθμοί, παραμένει πεισματάρικα… μονόχρωμη.
Ο ΠΑΟΚ έχει σαφές προβάδισμα στις αναμετρήσεις κυπέλλου απέναντι στον Άρη.
Σε όσα χρόνια συναντήθηκαν στον θεσμό, ο «Δικέφαλος» ήταν εκείνος που τις περισσότερες φορές πήρε την πρόκριση ή τη νίκη.
Δεν είναι μόνο οι αριθμοί, αλλά και ο τρόπος: ο ΠΑΟΚ συχνά έδειχνε μεγαλύτερη σταθερότητα και καθαρό μυαλό στα κρίσιμα, ενώ ο Άρης είχε μεν αναλαμπές, όμως δεν μπόρεσε να χτίσει μια συνεχή παρουσία επιτυχιών στα μεταξύ τους ματς.
Από ιστορικής πλευράς, στα του κυπέλλου παιχνίδια εμφανίζονται πάντα διαφορετικά από τα αντίστοιχα του πρωταθλήματος.
Λιγότερος χώρος για λάθη, μεγαλύτερη ένταση, παιχνίδια που κρίθηκαν σε λεπτομέρειες – κι όλα αυτά συνθέτουν μια παράδοση που, μέχρι σήμερα, γέρνει προς τον ΠΑΟΚ.
Υπάρχουν όμως στιγμές όπου η ιστορία δεν γράφεται απλά· χαράζεται.
Και μία από αυτές ήταν ο Ιούνιος του 1972.
Εκείνες τις μέρες η Θεσσαλονίκη έζησε τον δικό της μικρό «πόλεμο των τεσσάρων ημερών».
Μέσα σε ελάχιστο διάστημα, ΠΑΟΚ και Άρης συναντήθηκαν δύο φορές, πρώτα για το πρωτάθλημα και μετά για το Κύπελλο.
Το πρώτο παιχνίδι, ένα επικό 3-3, έμεινε ως ένα από τα πιο έντονα ντέρμπι της εποχής: ανατροπές, ρυθμός, νεύρο και γήπεδο που έβραζε.
Τρεις ημέρες μετά, σαν να μην είχε περάσει ούτε λεπτό, ξαναβρέθηκαν αντιμέτωποι για το Κύπελλο, σε ένα ματς που έφερνε ακόμη μεγαλύτερο φορτίο από εκείνο του πρωταθλήματος.
Αυτές οι δύο αναμετρήσεις έγιναν κομμάτι της τοπικής ποδοσφαιρικής μυθολογίας.
Όχι μόνο για όσα έγιναν μέσα στο γήπεδο, αλλά γιατί συμπύκνωσαν σε λίγες μέρες όλη την ουσία του συγκεκριμένου ντέρμπι: πάθος, ένταση, κούραση, ψυχολογία, εγωισμός, πόλη μοιρασμένη στα δύο.
Η σύγχρονη εποχή: μια παράδοση που βαραίνει
Αν κοιτάξει κανείς τη σύγχρονη δεκαετία, η εικόνα δεν αλλάζει.
Η παράδοση στο Κύπελλο παραμένει αμείλικτη υπέρ του ΠΑΟΚ.
Είναι οι συνεχόμενες επιτυχίες του Δικεφάλου στον θεσμό, η παρουσία του σε τελικούς, τα τρόπαια, οι σταθερές πορείες.
Απέναντι στον Άρη, ιδίως σε παιχνίδια νοκ άουτ ή παιχνίδια που κρίνουν κάτι, ο ΠΑΟΚ έχει βρει τρόπους να επιβάλλει τον ρυθμό του.
Ο Άρης, από την άλλη, μπαίνει κάθε φορά με την προσδοκία να «σπάσει» αυτό το μοτίβο, να φέρει μια ανατροπή στη σύγχρονη αφήγηση του θεσμού — και μόνο αυτό κάνει κάθε μεταξύ τους ματς ακόμη πιο φορτισμένο.
Φέτος: δύο παιχνίδια σε τέσσερις μέρες — και η πόλη ξαναζεί το έργο
Και τώρα βρισκόμαστε ξανά μπροστά σε μια διπλή αναμέτρηση, μία μικρή «ενότητα» μέσα στη σεζόν:
πρώτα το Κύπελλο, ύστερα το πρωτάθλημα, σε απόσταση αναπνοής.
Μπορεί η μορφή του Κυπέλλου να έχει αλλάξει, με τη League Phase και όχι με νοκ άουτ, όμως το ειδικό βάρος στο συγκεκριμένο ντέρμπι μένει το ίδιο.
Το παιχνίδι κυπέλλου δεν κρίνει πρόκριση, αλλά κρίνει… ατμόσφαιρα.
Κρίνει ψυχολογία, κρίνει ποιος θα μπει με φόρα στο επόμενο ραντεβού.
Και τέσσερις μέρες μετά, το πρωτάθλημα στην Τούμπα γράφει τη συνέχεια.
Η πίεση μεγαλύτερη, οι λεπτομέρειες πιο κοφτερές, η ανάγκη για αποτελεσματικότητα απόλυτη.
Ως άνθρωπος που παρακολουθεί χρόνια αυτά τα ντέρμπι, δεν μπορώ να μην δω την επανάληψη ενός μοτίβου που η πόλη αναγνωρίζει:
όταν ΠΑΟΚ και Άρης παίζουν δυο φορές τόσο κοντά, η Θεσσαλονίκη αλλάζει ρυθμό.
Το 1972 ήταν μια εποχή.
Το τώρα είναι μια άλλη.
Αλλά η ουσία μένει ίδια: δύο ομάδες, δύο παιχνίδια, ένα συναίσθημα που απλώνεται παντού — από τις εξέδρες μέχρι τις κουβέντες στους δρόμους.
Και έτσι, όπως κάθε φορά που η Θεσσαλονίκη χωρίζεται στα δύο, η αλήθεια δεν κρύβεται σε στατιστικά ή λόγια, αλλά σε όσα συμβαίνουν μέσα στο χορτάρι.
Στο πάθος, στην ένταση, στις στιγμές που κόβουν την ανάσα.
Στο τέλος της εβδομάδας, κάποιος θα έχει πάρει κάτι παραπάνω από βαθμούς.
Θα έχει πάρει μομέντουμ, ψυχολογία, κύρος – και η πόλη θα συνεχίσει να μιλά για αυτά τα παιχνίδια σαν να ήταν μικροί μύθοι που ξαναζούν κάθε φορά που οι δύο αντίπαλοι ξανασυναντιούνται.


