Με μια λιτή αλλά σκληρή ανακοίνωση, έγινε γνωστό στους Έλληνες αθλητές ΑμεΑ ότι η συμμετοχή τους στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην Ινδία περιορίζεται. Μόνο όσοι βρίσκονται στην πρώτη τετράδα της παγκόσμιας κατάταξης θα ταξιδέψουν με έξοδα της ομοσπονδίας. Οι υπόλοιποι; Αν θέλουν, μπορούν να πάνε, αλλά με δικά τους έξοδα.
Ανεξάρτητα από τις προθέσεις, η πραγματικότητα είναι μία: οι αθλητές που πάλεψαν, προπονήθηκαν, υπερέβησαν τον εαυτό τους και έπιασαν το διεθνές αγωνιστικό όριο, αντιμετωπίζονται τώρα σαν «βάρος» για έναν κρατικό προϋπολογισμό που προφανώς δεν χωρά την αξία και την αξιοπρέπειά τους.
Αυτή η απόφαση δεν είναι απλώς μια οικονομική περικοπή. Είναι βαθιά πολιτική και βαθιά άδικη. Γιατί δεν αφορά απλώς αριθμούς. Αφορά πρόσωπα, κόπους, όνειρα και μια σημαία που οι αθλητές αυτοί δεν ζητούν απλώς να κρατήσουν, αλλά να τιμήσουν. Το λιγότερο που όφειλε η Πολιτεία ήταν να σταθεί στο πλευρό τους.
Και εδώ δεν μιλάμε για πολυτέλειες. Δεν μιλάμε για bonus και ανέσεις. Μιλάμε για το στοιχειώδες: την οικονομική κάλυψη της συμμετοχής τους σε έναν παγκόσμιο θεσμό. Μιλάμε για εκείνους που δεν έχουν καν τις κατάλληλες εγκαταστάσεις για να προπονηθούν σωστά στη χώρα τους και αυτό δεν είναι απλώς μια υπόθεση. Είναι καθημερινή εμπειρία, είναι γνώση από πρώτο χέρι για όσους βρίσκονται δίπλα τους.
Αν δεν τους προσφέρουμε υποδομές, αν δεν τους εξασφαλίζουμε την ίση δυνατότητα διάκρισης, αν τους γυρνάμε την πλάτη τη στιγμή που μας χρειάζονται περισσότερο, τότε ας σταματήσουμε τουλάχιστον να τους χειροκροτάμε στις νίκες. Γιατί αυτό το χειροκρότημα δεν είναι στήριξη, είναι υποκρισία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αφήνει τα παιδιά της να πληρώνουν για να εκπροσωπήσουν τη χώρα τους. Η ευθύνη δεν μπορεί να μετατίθεται ούτε στην ομοσπονδία, ούτε στην τύχη, ούτε σε “τεχνικές λεπτομέρειες”. Όποιος έχει θέση ευθύνης, έχει και υποχρέωση. Και η πρώτη υποχρέωση είναι η ισότητα στην πράξη, όχι στα χαρτιά.
Δεν ξέρω ποιος φταίει.
Ξέρω ποιος την πληρώνει. Και αυτή τη φορά, την πληρώνουν οι πιο δυνατοί από όλους μας


