Ο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ παραχώρησε συνέντευξη στο κανάλι της Foxbet και στον Κυριάκο Κυριάκο, μιλώντας για την απόφασή του να αγωνιστεί στον ΠΑΟΚ, την εμπειρία του στην Τούμπα και τη συνεργασία του με τον Ιγκόρ Τούντορ. Αναφέρθηκε επίσης στον Δημήτρη Πέλκα, στους μελλοντικούς στόχους και τίτλους της ομάδας ενόψει των 100 χρόνων ιστορίας, ενώ σχολίασε με νόημα και το ενδεχόμενο να ακολουθήσει καριέρα προπονητή, ακόμη και στον πάγκο του Δικεφάλου.
Μεταξύ άλλων είπε:
Για την πρώτη του επαφή με τον ΠΑΟΚ:
«Θυμάμαι κάποιον να με παίρνει τηλέφωνο νωρίς το πρωί και να μου λέει “είμαι η γραμματέας του κ. Σαββίδη”, και να απαντάω “φύγε από ’δω, θέλω να κοιμηθώ” (γέλια). Ήταν νωρίς το πρωί και τότε συνέβαιναν διάφορα πράγματα, δεν θυμάμαι, ήμουν νευριασμένος, δεν θυμάμαι γιατί, αλλά δεν είχα διάθεση να μιλήσω σε κανέναν. Μετά με κάλεσαν ξανά κι εγώ τους είπα να μιλήσουν με τον ατζέντη μου.
Προφανώς το έκαναν, κι έτσι ξεκίνησαν οι συζητήσεις. Σε εκείνο το στάδιο της ζωής μου, θυμάμαι ότι ήθελα ακόμα να παίξω στην Αγγλία, οπότε εγώ κι ο ατζέντης μου ψάχναμε για κάτι τέτοιο. Η Αγγλία ήταν η αγάπη μου, εκεί ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία μου, η κορυφαία στιγμή της καριέρας μου. Φυσικά, καταλάβαινα ότι ήμουν 35 χρονών κι ότι ίσως δεν ήταν εφικτό, αλλά είπα “ας προσπαθήσουμε”.
Μετά έγινε αυτό με τον ΠΑΟΚ και είπα “α, ενδιαφέρον”. Δεν το περίμενα, δεν περίμενα αυτό το τηλεφώνημα, το ενδιαφέρον, αυτό που εξελισσόταν, αλλά στο τέλος της ημέρας η οικογένειά μου, το ότι ήταν κοντά στη Βουλγαρία, στη Σόφια, ότι ήταν μια μεγάλη ομάδα στην Ελλάδα… Ξέρεις, είμαστε σαν αδέρφια και θα ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Σε εκείνο το στάδιο της καριέρας μου χρειαζόμουν να είμαι κοντά στα παιδιά μου. Οπότε όταν τα έβαλα όλα αυτά μαζί σε ένα πακέτο, είπα “πάμε να το κάνουμε”».
Για το αν μίλησε με τον Ιβάν Σαββίδη πριν έρθει στον ΠΑΟΚ:
«Νομίζω ότι μιλήσαμε, αλλά θα έλεγα ψέματα αν σου έλεγα πως το θυμάμαι. Για κάποιο λόγο θυμάμαι εκείνο το τηλεφώνημα το πρωί, δεν ξέρω γιατί το θυμάμαι αυτό, αλλά δεν θυμάμαι αν είχαμε μιλήσει προσωπικά. Αλλά δεν έχει σημασία, γιατί το ενδιαφέρον ήταν πολύ πραγματικό και πολύ έντονο. Ήταν σαν να μου έλεγαν “σε θέλουμε, θα σε παίρνουμε τηλέφωνο όσες φορές χρειαστεί”. Κι αυτό είναι πολύ καλό όταν είσαι παίκτης, γιατί βλέπεις ότι μια ομάδα σε θέλει, και μετά από αυτό ήταν πιο εύκολο να οργανωθούν όλα, για να περάσω τα σύνορα».
Για το ότι ήταν η πρώτη «παράδοση σταρ» με το αυτοκίνητο:
«Μα φυσικά, ήταν ένας δρόμος δύο–τριών ωρών. Μου αρέσει να οδηγώ το αυτοκίνητό μου· για να είμαι ειλικρινής, ήταν ένα εξαιρετικό ταξίδι για εμένα».
Κυριάκος:
«Η πρώτη μας συνάντηση ήταν στα σύνορα. Εγώ περίμενα τη Bentley του κυρίου Μπερμπάτοφ στα σύνορα, μιλώντας με τον ατζέντη σου, Έμιλ, που μιλάει άπταιστα ελληνικά».
Μπερμπάτοφ:
«Και βλέπω τον τύπο με τα μακριά μαλλιά και λέω “τι γίνεται εδώ τώρα;”. Μετά φτάνουμε στο σημείο όπου είχαν όλα οργανωθεί τόσο όμορφα και απρόσμενα για εμένα. Δεν ήξερα τι θα συμβεί και ξαφνικά βρίσκομαι στο γήπεδο, στα αποδυτήρια, να φοράω τη φανέλα του ΠΑΟΚ. Ο Έμιλ δεν μου έχει εξηγήσει ακόμη τι γίνεται. Του λέω “πες μου τι γίνεται, αλλιώς φεύγω”, και τότε μου λέει ότι έχει συγκεντρωθεί κόσμος. Κι εγώ αρχίζω να καταλαβαίνω.
Ανεβαίνω τα σκαλιά, βλέπω τόσο κόσμο στην Τούμπα και σκέφτομαι “θα σκοτώσω τον καταραμένο Έμιλ”. Δουλεύαμε μαζί όλη μου τη ζωή, ήταν σαν πατέρας για εμένα και με ήξερε πάρα πολύ καλά. Γι’ αυτό μάλλον δεν ήθελε να μου πει όλη την αλήθεια, γιατί θα του έλεγα “όχι, δεν το κάνω αυτό”. Όχι επειδή δεν το ήθελα ή επειδή δεν το εκτίμησα — όλα ήταν υπέροχα. Δεν έχω ξανανιώσει τέτοια υποδοχή σε ποδοσφαιρική ομάδα στη ζωή μου. Ήταν κάτι απίστευτο. Αλλά επειδή προέρχομαι από τα Βαλκάνια, ίσως και λόγω της ταπεινής μου αρχής, σκεφτόμουν μέσα μου “το αξίζω όλο αυτό;”. Δεν ξέρω γιατί το σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή. Έβλεπα όλον αυτό τον κόσμο να χαίρεται και σκεφτόμουν αν το αξίζω· γιατί να το αξίζω».
«Μερικές φορές ναι, κάποιες άλλες όχι. Απόλαυσα όλες τις στιγμές στον ΠΑΟΚ, εκτός από αυτές που έπρεπε να μιλήσω με τον προπονητή. Γιατί ο προπονητής ήταν σκ…τά στο μυαλό μου — κάτι που είναι περίεργο, γιατί ήταν ποδοσφαιριστής που έπαιξε κι αυτός σε υψηλό επίπεδο και θα έπρεπε να ξέρει πώς να επικοινωνήσει με έναν ποδοσφαιριστή που είχε αγωνιστεί στο υψηλό επίπεδο· να ξέρει πώς να τον διαχειριστεί, πότε να τον πιέζει, πότε να πατάει φρένο. Προφανώς αυτό δεν συνέβη. Όταν βλέπω ότι κάποιος δεν μου δείχνει σεβασμό, πρέπει να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Το ίδιο που συνέβη σε εμένα, συνέβη στον Ρονάλντο στη δεύτερη του θητεία στη Γιουνάιτεντ.
Ακριβώς το ίδιο πράγμα: όταν ο προπονητής δεν σου δείχνει τον σεβασμό που αξίζεις, που έχεις κερδίσει, τότε ακολουθούν προβλήματα. Ο Ρονάλντο χρειάστηκε να πάει σε άλλη ομάδα. Στη δική μου περίπτωση, απολύθηκε ο προπονητής. Αλλά ήταν το σωστό, γιατί δεν πιστεύω ότι τον συμπαθούσε κάποιος στην ομάδα έτσι κι αλλιώς. Γι’ αυτό λέω: μερικές φορές υπάρχουν καλοί προπονητές, κακοί προπονητές, σπουδαίοι προπονητές. Μερικές φορές ένας κακός προπονητής μπορεί να γίνει σπουδαίος, γιατί όταν δουλεύεις μαζί του, είναι η στιγμή που μαθαίνει πώς να γίνει καλός προπονητής. Οπότε ίσως η συγκυρία να μην ήταν η κατάλληλη.
Αλλά αν τα αφήσουμε αυτά στην άκρη, οι φίλαθλοι, η διοίκηση, όλοι ήταν τόσο καλοί. Στο ξενοδοχείο που έμεινα, η θάλασσα… Μου άρεσαν όλα. Είμαστε ίδιοι άνθρωποι: η νοοτροπία μας, το πώς ζούμε τη ζωή. Η Θεσσαλονίκη είναι σχεδόν ίδια με εδώ. Γι’ αυτό ένιωσα καλά, ευπρόσδεκτος. Φυσικά, επειδή ήμουν 35–36 χρονών, μερικές φορές δεν κατάφερα να προσφέρω όσα περίμενε ο κόσμος από εμένα. Υπήρχαν και οι τραυματισμοί — αυτό δεν είναι δικαιολογία. Φυσικά ήθελα να τα πάω πολύ καλύτερα, αλλά μερικές φορές όταν αλλάζεις ομάδες, χώρες, προπονητές, και μεγαλώνεις, όλα αυτά οδηγούν στο να μην προσφέρεις όσα περιμένουν από εσένα. Και γι’ αυτό ζητώ συγγνώμη από όλους».
Για το αν έχει συγκεκριμένες αναμνήσεις από συμπαίκτες του στον ΠΑΟΚ:
«Πού είναι ο Πέλκας τώρα; Α, επέστρεψε. Πόσο χρονών είναι, 31; Άρα είναι περίπου 13 χρόνια νεότερος από εμένα. Είχε ταλέντο. Ήξερε να πασάρει τη μπάλα, να σουτάρει με το δεξί, με τη σωστή δύναμη όταν ανέβαινε, κι όταν έπρεπε να σκοράρει, να σκοράρει. Μου άρεσε από την πρώτη στιγμή, γιατί μπορώ να διακρίνω το ταλέντο. Τώρα, αν πέτυχε όλα όσα ήθελε με το ταλέντο που είχε, πρέπει να τον ρωτήσεις εσύ. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι “αυτό το παιδί μπορεί να παίξει”. Εκείνη η περίοδος ήταν πολύ απολαυστική για τη ζωή μου.
Ήμουν κοντά στην πατρίδα μου, την οικογένειά μου, υπήρχαν εξαιρετικοί άνθρωποι, υπέροχη ατμόσφαιρα στο γήπεδο. Όταν παίζαμε μεγάλα παιχνίδια, οι οπαδοί ήταν τρελοί — με την καλή έννοια — και στήριζαν την ομάδα. Χάρηκα πολύ όταν, αφού έφυγα, είδα ότι ο ΠΑΟΚ κατέκτησε το Κύπελλο και μετά το πρωτάθλημα. Την πρόοδο που έκανε η ομάδα. Για να είμαι ειλικρινής, το μετάνιωσα λίγο όταν έβλεπα την ομάδα να κατακτά το Κύπελλο και το πρωτάθλημα.
Σκεφτόμουν: “μακάρι να ήμουν εκεί”. Μερικές φορές στη ζωή και στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχει ευτυχισμένο τέλος. Αλλά όταν είδα πώς πανηγύριζαν όλοι και τι σήμαιναν όλα αυτά για τον Σαββίδη, μετά από τόσες επενδύσεις… το να κερδίζεις τρόπαια και να δικαιώνεται αυτή η επένδυση μετά από τόση υπομονή… Είναι κάτι απίστευτο. Παιδιά, για εσάς ήταν κάτι τέλειο».
Για τα 100 χρόνια του ΠΑΟΚ και αν θα ήθελε να είναι μέρος των εορτασμών:
«Φυσικά, γιατί όχι. Κάποιος θα πρέπει να με καλέσει φυσικά — δεν μπορώ να πάω από μόνος μου. Πρέπει να γίνει με τον σωστό τρόπο. Φυσικά, υπάρχουν πολλοί περισσότεροι παίκτες που αξίζουν να είναι εκεί περισσότερο από εμένα. Εγώ έπαιξα έναν χρόνο στην ομάδα· υπάρχουν τόσοι θρύλοι που έδωσαν όλη τους τη ζωή στον ΠΑΟΚ, έπαιξαν, σκόραραν κι άφησαν τεράστια κληρονομιά. Εγώ έπαιξα μόνο έναν χρόνο στην ομάδα· έχτισα το όνομά μου αλλού, στην Αγγλία. Αλλά παρ’ όλα αυτά, είχα το ταξίδι μου στον ΠΑΟΚ, κι όταν έρθει η ώρα να γιορτάσετε τα 100 χρόνια, στείλτε μου ένα μήνυμα — είμαστε τρεις ώρες μακριά (γέλια)».
Στο τέλος της συνέντευξης, ο Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ έστειλε το δικό του μήνυμα στον κόσμο του ΠΑΟΚ, σημειώνοντας:
«Την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε, ποιος ξέρει, μπορεί να είμαι προπονητής του ΠΑΟΚ και να με ρωτάς για την εξέλιξή μου. Φεύγω, αλλά δεν ξεχνάω. Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να πω αντίο στους οπαδούς του ΠΑΟΚ. Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που μετανιώνω περισσότερο, γιατί έγινε πολύ γρήγορα.
Ήταν καλοκαίρι, ο κόσμος έφευγε. Με αυτόν τον τρόπο θέλω να πω ένα “ευχαριστώ” για την υποδοχή σας. Κάνατε εκείνη την ημέρα ξεχωριστή, παρόλο που πίστευα ότι δεν το άξιζα. Αλλά ήταν μία από τις καλύτερες υποδοχές που έλαβα σε ολόκληρη τη ζωή μου. Συγγνώμη που δεν αποχαιρέτησα όταν έφυγα, αλλά μπορώ να το κάνω τώρα.
Είμαστε ακόμα αδέρφια, γιατί είμαστε το ίδιο. Όποτε μπορώ θα έρχομαι να σας βλέπω. Αν κάποτε ψάχνετε για προπονητή, θα είμαι εδώ. Καλή τύχη, να υποστηρίζετε την ομάδα, γιατί είστε πραγματικά απίστευτοι. Πέρασα υπέροχα, με κάνατε να νιώσω ευπρόσδεκτος — εγώ κι όσοι ήταν στο πλευρό μου. Γι’ αυτό σας ευχαριστώ ξανά και σας εύχομαι καλή τύχη».


