Ο ΠΑΟΚ κατάφερε σε ένα απόγευμα να χάσει κάτι περισσότερο από τρεις βαθμούς. Στο Πανθεσσαλικό , απέναντι στον Βόλο , δεν άφησε απλώς βαθμούς στο γήπεδο άφησε και ένα σημαντικό ψυχολογικό και αγωνιστικό πλεονέκτημα που είχε χτίσει με κόπο όλη τη σεζόν.
Η ήττα αυτή ήρθε στο χειρότερο δυνατό timing: στην τελευταία αγωνιστική της κανονικής διάρκειας της Stoiximan Super League . Εκεί που οι ισορροπίες έπρεπε να παγιωθούν, ο ΠΑΟΚ τις ανέτρεψε μόνος του εις βάρος του.
Η ομάδα του Ραζβάν Λουτσέσκου δεν θύμιζε σε τίποτα το σύνολο που διεκδικεί τίτλο. Ήταν διστακτική, χωρίς καθαρό πλάνο στο παιχνίδι της και με εμφανή έλλειψη δημιουργίας. Τα λάθη διαδέχονταν το ένα το άλλο και αρκετοί από τους βασικούς της παίκτες βρέθηκαν σε κακή ημέρα.
Αν κάποιος θέλει να το πει πιο ωμά, ήταν ίσως η πιο κακή αγωνιστική εικόνα της σεζόν και μάλιστα στη χειρότερη δυνατή στιγμή. Έβλεπες μια ομάδα χωρίς καθαρό μυαλό, χωρίς ένταση, σαν να είχε ήδη “φύγει” για τη διακοπή. Η συγκέντρωση έλειπε σε βασικά σημεία του παιχνιδιού και αυτό δεν βαραίνει μόνο τους ποδοσφαιριστές, αλλά και τον προπονητή . Γιατί σε τέτοια ματς, η πνευματική ετοιμότητα είναι ευθύνη όλων.
Ο ΠΑΟΚ προχώρησε σε ποδοσφαιρική αυτοκτονία, διαλέγοντας ο ίδιος το όπλο της αυτοχειρίας. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό των υπευθύνων και των παικτών ότι σ’ ένα τέτοιο ματς διακυβεύονται πολλά περισσότερα από τους τρεις βαθμούς.
Το πιο ανησυχητικό δεν ήταν μόνο η ήττα, αλλά ο τρόπος που ήρθε. Από ένα λάθος του Αντώνη Τσιφτσή προήλθε η ισοφάριση, ενώ στο δεύτερο γκολ η φάση ξεκίνησε από κόρνερ υπέρ του ΠΑΟΚ και κατέληξε σε λάθος του Κίριλ Ντεσπότοφ . Δύο στιγμές που δεν συνάδουν με ομάδα πρωταθλητισμού.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Λουτσέσκου εμφανίστηκε εμφανώς εκνευρισμένος μετά το ματς. Για έναν προπονητή που στηρίζεται πολύ στους αυτοματισμούς και τη συνοχή, τέτοια λάθη είναι σχεδόν ανεξήγητα.
Μέχρι πριν λίγες ημέρες, ο ΠΑΟΚ κρατούσε κάτι πολύτιμο: τον έλεγχο της κατάστασης. Είχε το πάνω χέρι όχι μόνο βαθμολογικά, αλλά και σε πιθανές ισοβαθμίες.
Πλέον, τα δεδομένα άλλαξαν. Μπαίνει στα πλέι οφ με διαφορά από την ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό , ενώ το περιθώριο λάθους έχει μειωθεί αισθητά. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι έχασε την αίσθηση του “ελέγχω τη μοίρα μου”.
Και αυτό, σε ένα πρωτάθλημα που κρίνεται στις λεπτομέρειες, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.
Ο ΠΑΟΚ πλήρωσε ξανά τις απουσίες του. Χωρίς κομβικούς παίκτες, η ομάδα χάνει την ισορροπία της και δείχνει να μην έχει τις ίδιες λύσεις. Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Στα τελευταία παιχνίδια, απέναντι σε ΑΕΛ , Κηφισιά και Βόλο, επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: λάθη, νευρικότητα και χαμένοι βαθμοί.
Πέντε βαθμοί χάθηκαν ουσιαστικά από το πουθενά. Και αυτό είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη απογοήτευση. Όχι απλώς το αποτέλεσμα, αλλά η αίσθηση ότι η ομάδα “αυτοκτονεί” σε στιγμές που θα έπρεπε να δείχνει χαρακτήρα.
Κι όμως, παρά την απογοήτευση, η πραγματικότητα είναι μία: ο ΠΑΟΚ παραμένει μέσα στη μάχη. Τα πλέι οφ είναι ένα εντελώς διαφορετικό πρωτάθλημα και όλα μπορούν να αλλάξουν μέσα σε λίγες αγωνιστικές.
Η διακοπή που ακολουθεί ίσως αποδειχθεί ευεργετική. Ο Λουτσέσκου θα έχει χρόνο να δουλέψει, να επαναφέρει τραυματίες και να “καθαρίσει” το μυαλό των παικτών του. Γιατί το πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν είναι μόνο αγωνιστικό — είναι και πνευματικό.
Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει τον ΠΑΟΚ τα τελευταία χρόνια, είναι ότι σπάνια επιλέγει τον εύκολο δρόμο. Το έχει αποδείξει στην Ευρώπη, αλλά και σε προηγούμενες σεζόν όπου κατάφερε να ανατρέψει δύσκολες καταστάσεις.
Αυτό σημαίνει ότι όποιος θεωρεί πως η ήττα στον Βόλο τον βγάζει εκτός τίτλου, πιθανότατα βιάζεται. Αντίθετα, ίσως αυτή η “σφαλιάρα” να λειτουργήσει ως αφύπνιση.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, τα πρωταθλήματα δεν κρίνονται μόνο από την ποιότητα. Κρίνονται από την αντίδραση μετά την αποτυχία.
Και τώρα είναι η στιγμή να φανεί αν ο φετινός ΠΑΟΚ έχει πραγματικά αυτό που χρειάζεται για να φτάσει μέχρι το τέλος.
Υ.Γ. Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να κρατήσει ο ΠΑΟΚ από αυτή τη βραδιά, είναι η εικόνα στο φινάλε. Οι παίκτες πήγαν προς τον κόσμο, στάθηκαν απέναντί του και έδειξαν ότι καταλαβαίνουν τι έγινε. Δεν σβήνει την εμφάνιση, αλλά δείχνει επίγνωση.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται και το “κλειδί” για τη συνέχεια.


