Σήμερα, Μεγάλο Σάββατο… μια μέρα που κουβαλά από μόνη της το βάρος της σιωπής, της αναμονής, της απώλειας και της ελπίδας μαζί… το ελληνικό ποδόσφαιρο έγινε φτωχότερο.
Ο Στέφανος Μπορμπόκης δεν είναι πια εδώ.
Και κάπως έτσι, χωρίς θόρυβο, χωρίς φανφάρες, όπως ακριβώς έζησε και έπαιξε, έφυγε ένας άνθρωπος που δεν ήταν απλώς ποδοσφαιριστής. Ήταν κομμάτι μιας εποχής που δεν επιστρέφει. Μιας εποχής που δεν χωράει σε highlights, ούτε σε στατιστικά.
Ήταν εποχή που την ένιωθες στο σώμα σου.
Ήταν το κρύο που ανέβαινε από το τσιμέντο και σου πάγωνε τα πόδια. Ήταν η βροχή που δεν σε έδιωχνε από το γήπεδο, αλλά σε έδενε περισσότερο με αυτό. Ήταν οι φωνές, οι ανάσες, τα σφιγμένα δόντια.
Και μέσα σε όλα αυτά… ήταν και ο Στέφανος.
Όχι ο “σταρ”. Όχι ο παίκτης των πρωτοσέλιδων. Αλλά εκείνος ο δικός σου. Ο γνώριμος. Ο άνθρωπος που ήξερες ότι θα δώσει αυτό που έχει και αυτό που δεν έχει. Που δεν θα κρυφτεί. Που δεν θα κάνει πίσω.
Ένας από αυτούς που δεν έπαιζαν για να φανούν. Έπαιζαν γιατί δεν ήξεραν να κάνουν αλλιώς.
Μεγάλωσε μέσα στο ποδόσφαιρο μιας άλλης Ελλάδας. Τότε που τα αποδυτήρια μύριζαν ιδρώτα και καμφορά. Τότε που οι φανέλες δεν ήταν “branding”, αλλά βάρος. Ευθύνη. Ταυτότητα.
Και όταν έμπαινε στο γήπεδο… δεν έμπαινε απλώς για να αγωνιστεί.
Έμπαινε για να αντέξει.
Για να συγκρουστεί.
Για να σταθεί όρθιος εκεί που άλλοι λύγιζαν.
Δεν είχε σημασία αν το γήπεδο ήταν βαρύ, αν το ματς ήταν σκληρό, αν ο αντίπαλος ήταν πιο δυνατός. Εκείνος ήταν εκεί. Πάντα εκεί. Με μια επιμονή που δεν φαινόταν θεαματική, αλλά ήταν αληθινή.
Και αυτή η αλήθεια είναι που λείπει σήμερα.
Γιατί σήμερα το ποδόσφαιρο έγινε πιο όμορφο, πιο γρήγορο, πιο “καθαρό”. Αλλά κάπου έχασε κάτι από εκείνη τη βραχνάδα. Από εκείνη τη ρωγμή. Από εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που είχαν παίκτες σαν τον Μπορμπόκη.
Τότε, δεν πήγαινες στο γήπεδο για να “περάσεις καλά”.
Πήγαινες για να νιώσεις.
Να θυμώσεις.
Να φωνάξεις.
Να χαρείς μέχρι να πονέσει το στήθος σου.
Και αυτοί οι παίκτες… ήταν η προέκταση αυτού του συναισθήματος μέσα στο χορτάρι.
Ο Στέφανος ήταν ένας από αυτούς.
Δεν χρειάστηκε ποτέ να πει πολλά. Δεν χρειάστηκε να χτίσει εικόνα. Τον έβλεπες και καταλάβαινες.
Καταλάβαινες ότι αυτός ο άνθρωπος κουβαλά κάτι βαρύτερο από μια καριέρα.
Κουβαλούσε την εποχή του.
Και ίσως γι’ αυτό η απώλειά του πονάει αλλιώς.
Γιατί μαζί του δεν φεύγει μόνο ένας άνθρωπος.
Φεύγει ένα κομμάτι μνήμης.
Ένα κομμάτι από εκείνα τα Σαββατοκύριακα που ξεκινούσαν από νωρίς, με εφημερίδα στο χέρι και συζητήσεις που κρατούσαν ώρες. Φεύγει εκείνη η εικόνα του κόσμου που στέκεται όρθιος, στριμωγμένος, αλλά ενωμένος.
Φεύγει η εποχή που δεν υπήρχε απόσταση ανάμεσα στον παίκτη και τον οπαδό. Ήταν σχεδόν το ίδιο πρόσωπο, σε διαφορετική πλευρά του γηπέδου.
Και τώρα;
Τώρα μένει η ανάμνηση.
Μένει εκείνο το κάτι που δεν εξηγείται εύκολα, αλλά το νιώθεις όταν σκέφτεσαι τέτοιους ανθρώπους.
Μένει μια μορφή που δεν φώναξε ποτέ “κοιτάξτε με”, αλλά σε έκανε να τη θυμάσαι χρόνια μετά.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σημαντικό.
Όχι πόσα πέτυχες.
Αλλά πόσο αληθινά τα έζησες.
Στέφανε…
Ίσως εκεί που πας τώρα να μην υπάρχουν εξέδρες, να μην υπάρχουν φώτα, να μην υπάρχουν μικρόφωνα.
Ίσως να υπάρχει μόνο ένα γήπεδο.
Απλό.
Σκληρό.
Σαν εκείνα που ήξερες.
Και αν υπάρχει, σίγουρα θα είσαι ήδη μέσα.
Θα τρέχεις όπως τότε.
Χωρίς φόβο.
Χωρίς δεύτερη σκέψη.
Και κάπου στην άκρη… κάποιοι θα σε κοιτούν και θα λένε:
«Έτσι παίζεται το παιχνίδι».
Καλό σου ταξίδι.
Και να ξέρεις…
όσοι έζησαν εκείνα τα χρόνια, δεν σε θυμούνται απλώς.
Σε κουβαλούν μέσα τους ..


