Εθνική ομάδα: Αν δεν χτίσεις πάνω στον Κωνσταντέλια, τότε πάνω σε ποιον;

PAOKDAY
Ανάγνωση 4'

Γράφει ο Γιάννης Χατζηιωαννίδης

 

Η αποτυχία της Εθνικής ομάδας να ανταποκριθεί στις προσδοκίες αποτελεί ένα ακόμη πλήγμα για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Σε μια εποχή όπου το Παγκόσμιο Κύπελλο επεκτείνεται σε 48 ομάδες, η απουσία της Ελλάδας γίνεται ακόμη πιο ηχηρή και δύσκολα αποδεκτή. Δεν υπάρχει καμία προσωπική αιχμή απέναντι στον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. Αντιθέτως, πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει κερδίσει τον σεβασμό με το ήθος και την προσωπικότητά του. Η πορεία του στο ελληνικό ποδόσφαιρο, από την εποχή που αγωνιζόταν στον Ηρακλή, επιβεβαιώνει το υπόβαθρο και τη σοβαρότητά του. Ωστόσο, στο ποδόσφαιρο –και ειδικά σε επίπεδο εθνικών ομάδων– τα αποτελέσματα είναι αυτά που καθορίζουν τις εξελίξεις. Και η αλήθεια είναι πως, με βάση τα δεδομένα, η Εθνική απέτυχε. Σε έναν όμιλο που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί απαγορευτικός, η Ελλάδα δεν κατάφερε ούτε καν να διεκδικήσει με αξιώσεις τη δεύτερη θέση. Αυτό από μόνο του αποτελεί σαφή ένδειξη ότι κάτι δεν λειτούργησε σωστά.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αίσθηση συμβιβασμού με την αποτυχία. Αντί για έντονο προβληματισμό και άμεσες διορθωτικές κινήσεις, φαίνεται να υπάρχει μια σιωπηλή αποδοχή της κατάστασης, σχεδόν μια προσμονή της επόμενης αποτυχίας. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο στοιχείο για το μέλλον της ομάδας. Σε αγωνιστικό επίπεδο, τα ερωτήματα είναι πολλά. Η διαχείριση του ρόστερ δημιούργησε εύλογες απορίες. Παίκτες με αποδεδειγμένη ποιότητα, όπως ο Γιάννης Κωνσταντέλιας, χρησιμοποιούνται ως αλλαγές του Τάσου Μπακασέτα, ενώ ποδοσφαιριστές όπως ο Παναγιώτης Ρέτσος και ο Γιάννης Μιχαηλίδης δεν αξιοποιούνται στον βαθμό που θα περίμενε κανείς. Την ίδια στιγμή, επιλογές σε βασικούς ρόλους που δεν βασίζονται στην τρέχουσα αγωνιστική κατάσταση ενισχύουν την αίσθηση αστάθειας.

Ένα ακόμη στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η έλλειψη σταθερής ενδεκάδας. Η συνεχής εναλλαγή σχημάτων και προσώπων –με σχεδόν 50 διαφορετικούς ποδοσφαιριστές να έχουν χρησιμοποιηθεί– δεν επέτρεψε στην ομάδα να αποκτήσει συνοχή, αυτοματισμούς και αγωνιστική ταυτότητα. Σε επίπεδο εθνικής ομάδας, όπου ο χρόνος προετοιμασίας είναι περιορισμένος, η σταθερότητα αποτελεί βασικό συστατικό επιτυχίας. Η Ελλάδα διαθέτει μια νέα και ταλαντούχα φουρνιά ποδοσφαιριστών. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη ποιότητας, αλλά η αξιοποίησή της. Και εδώ τίθεται το βασικό ερώτημα: μπορεί ο ίδιος προπονητής να αντιστρέψει την κατάσταση ή απαιτείται μια νέα αρχή;

Καταλήγοντας, με βάση όσα έχουμε δει τόσο στα προκριματικά του Μουντιάλ όσο και στα πρόσφατα φιλικά, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η επιθετική λειτουργία της Εθνικής πρέπει να χτιστεί γύρω από την τριάδα των Κωνσταντέλια, Τζόλη και Καρέτσα. Ωστόσο, ο πιο κομβικός και επιδραστικός παίκτης αυτής της εξίσωσης είναι ο Κωνσταντέλιας. Η περιορισμένη συμμετοχή του στα δύο τελευταία φιλικά δημιουργεί εύλογες απορίες. Υπάρχει η αίσθηση ότι ακόμη και χωρίς το πρόβλημα της ίωσης, δύσκολα θα είχε ξεκινήσει βασικός — κάτι που γεννά ερωτήματα για τη διαχείρισή του. Και εδώ εντοπίζεται ένα κρίσιμο ζήτημα για τον ομοσπονδιακό τεχνικό. Για να γίνει η Εθνική πιο επιθετική και ουσιαστικά πιο απειλητική, χρειάζεται έναν ποδοσφαιριστή-σημείο αναφοράς. Έναν παίκτη που θα καθορίζει τον ρυθμό, που οι συμπαίκτες του θα τον «διαβάζουν» και θα κινούνται βάσει της σκέψης του. Αυτός ο παίκτης δεν είναι άλλος από τον Κωνσταντέλια.

Είτε αγωνίζεται πίσω από τον επιθετικό είτε κινείται από τα πλάγια, απαιτείται να δημιουργηθεί γύρω του ένας ξεκάθαρος μηχανισμός λειτουργίας. Τα επόμενα φιλικά του Ιουνίου αποτελούν μια ευκαιρία για δοκιμές προς αυτή την κατεύθυνση — κάτι που, πάντως, στα δύο προηγούμενα παιχνίδια δεν φάνηκε να αξιοποιείται όπως θα έπρεπε. Γιατί απλά κόουτς δεν χωράει στην κοινή ποδοσφαιρική λογική, να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματική λύση και αλλαγή του Τάσου Μπακασέτα,ο Γιάννης Κωνσταντέλιας. Ο πιο ταλαντούχος Έλληνας μεσοεπιθετικός της νέας γενιάς.

Elabet
Κοινοποίησε αυτό το άρθρο