Το ποδόσφαιρο γεννήθηκε για να είναι ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που γεμίζει γήπεδα, που ενώνει παρέες, που δημιουργεί αναμνήσεις. Είναι οι παιδικές αλάνες, τα απογεύματα μπροστά από μια τηλεόραση, τα ταξίδια για να δεις την ομάδα σου, τα συνθήματα που τραγουδιούνται από χιλιάδες ανθρώπους μαζί.
Όμως στην Ελλάδα –και όχι μόνο– το ποδόσφαιρο πολλές φορές παύει να είναι απλώς παιχνίδι. Μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, φανατισμού και βίας. Η δολοφονία ενός νέου ανθρώπου, ενός οπαδού του ΠΑΟΚ στην Καλαμαριά, έρχεται να προστεθεί σε μια μαύρη λίστα που μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο. Μια λίστα που θυμίζει ότι στον βωμό του οπαδισμού έχουν χαθεί άδικα τόσα παιδιά.
Παιδιά που βγήκαν από το σπίτι τους για να δουν έναν αγώνα, να συναντήσουν φίλους, να πανηγυρίσουν μια νίκη ή απλώς να ζήσουν την εμπειρία του ποδοσφαίρου. Και τελικά δεν γύρισαν ποτέ. Πίσω έμειναν οικογένειες, φίλοι και μια κοινωνία που κάθε φορά δηλώνει συγκλονισμένη, αλλά δυσκολεύεται να σπάσει τον κύκλο.
Αυτός ο κύκλος αίματος δεν ξεκίνησε χθες. Εδώ και δεκαετίες η ελληνική κοινωνία βλέπει περιστατικά οπαδικής βίας να επαναλαμβάνονται. Από συμπλοκές έξω από γήπεδα μέχρι δολοφονικές επιθέσεις στους δρόμους των πόλεων. Κάθε φορά η ίδια συζήτηση: ποιος φταίει, τι δεν έγινε σωστά, τι πρέπει να αλλάξει.
Και όμως, το βασικό ερώτημα παραμένει απλό: πώς φτάσαμε στο σημείο να θεωρείται φυσιολογικό να κινδυνεύει κάποιος επειδή υποστηρίζει μια διαφορετική ομάδα;
Γιατί το ποδόσφαιρο δεν είναι πόλεμος. Δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που πρέπει να ενώνει και όχι να χωρίζει.
Σε αυτή τη μάχη απέναντι στη βία υπάρχει ένας βασικός πυλώνας που συχνά ξεχνάμε: η οικογένεια. Η οικογένεια είναι το πρώτο σχολείο αξιών για κάθε παιδί. Εκεί μαθαίνει τι σημαίνει σεβασμός, τι σημαίνει διαφορετικότητα, τι σημαίνει να χάνεις και να κερδίζεις χωρίς μίσος.
Αν ένα παιδί μεγαλώσει μαθαίνοντας ότι ο αντίπαλος δεν είναι εχθρός αλλά απλώς κάποιος που υποστηρίζει μια άλλη ομάδα, τότε το ποδόσφαιρο θα παραμείνει αυτό που πρέπει να είναι: μια γιορτή. Αν όμως μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ο φανατισμός θεωρείται φυσιολογικός, τότε η βία βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
Η κοινωνία έχει ευθύνη, αλλά δεν είναι η μόνη. Ευθύνη έχουν οι ομάδες, οι διοικήσεις, οι θεσμοί, η πολιτεία, αλλά και οι ίδιοι οι φίλαθλοι. Γιατί όσο η βία αντιμετωπίζεται σαν κάτι «αναμενόμενο» ή σαν μέρος της οπαδικής κουλτούρας, τόσο ο κύκλος θα συνεχίζεται.
Η πραγματική αλλαγή δεν θα έρθει μόνο με νόμους ή με περισσότερη αστυνόμευση. Θα έρθει όταν αλλάξει η νοοτροπία. Όταν το παιδί που μεγαλώνει σήμερα μάθει ότι ο αντίπαλος δεν είναι εχθρός αλλά απλώς ένας άλλος φίλαθλος που αγαπά μια διαφορετική ομάδα.
Τα γήπεδα θα έπρεπε να είναι χώροι γιορτής. Να γεμίζουν με οικογένειες, παιδιά, ανθρώπους που τραγουδούν και ζουν το παιχνίδι. Όχι χώροι φόβου, έντασης και μίσους.
Η νέα αυτή τραγωδία μάς θυμίζει κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε: πίσω από κάθε κασκόλ υπάρχει ένας άνθρωπος. Μια ζωή. Μια οικογένεια που περιμένει να τον δει να επιστρέφει σπίτι.
Γι’ αυτό και ο κύκλος της βίας πρέπει να σταματήσει εδώ και τώρα. Όχι αύριο, όχι στην επόμενη τραγωδία. Τώρα.
Η απώλεια ενός ανθρώπου δεν μπορεί να διορθωθεί. Μπορεί όμως να γίνει αφορμή για μια συλλογική αυτοκριτική. Να θυμηθούμε ότι πίσω από κάθε κασκόλ υπάρχει ένας άνθρωπος, μια οικογένεια, μια ζωή.
Και ίσως τότε η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου να γίνει πιο ξεκάθαρη.
Το ποδόσφαιρο είναι παιχνίδι.
Η ζωή όμως είναι;


