Δεν μου αρέσει να μιλάω για διαιτησία. Το κάνω σπάνια και όποιος με παρακολουθεί το γνωρίζει. Θεωρώ ότι η συνεχής αναφορά σε αυτήν αλλοιώνει τη συζήτηση και απομακρύνει από την ουσία του ποδοσφαίρου. Αυτή τη φορά, όμως, νιώθω την ανάγκη να το κάνω. Όχι για μια φάση ή για ένα αποτέλεσμα, αλλά γιατί φαίνεται να επανέρχεται ένα κλίμα που πιστεύαμε πως αφήναμε πίσω.
Το ελληνικό ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια έκανε μια προσπάθεια να σταθεί πιο σοβαρά. Δεν λύθηκαν όλα τα προβλήματα, ούτε εξαφανίστηκαν τα λάθη. Όμως η διαιτησία δεν ήταν πια το μόνιμο θέμα συζήτησης κάθε αγωνιστική. Η ένταση μειώθηκε, η εικόνα των γηπέδων βελτιώθηκε και, έστω δειλά, ο κόσμος άρχισε να επιστρέφει. Τα πρωταθλήματα κρίθηκαν στο γήπεδο και δεν υπήρξε γενικευμένη αμφισβήτηση.
Παράλληλα, η παρουσία των ελληνικών ομάδων στην Ευρώπη ήταν καλύτερη και η Εθνική Ομάδα έδειξε ότι υπάρχει πλάνο και προοπτική. Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι το ελληνικό ποδόσφαιρο έγινε ξαφνικά υγιές, αλλά ότι έγινε λίγο πιο λειτουργικό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή σε μια ρητορική διαρκούς σύγκρουσης δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Όχι γιατί δεν επιτρέπεται η κριτική, αλλά γιατί ο τόνος και η ένταση θυμίζουν άλλες εποχές. Εποχές που το ποδόσφαιρο δεν κρινόταν στο χορτάρι, αλλά στα μικρόφωνα και στις ανακοινώσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι να επισημαίνονται λάθη. Το πρόβλημα είναι όταν κάθε λάθος μετατρέπεται σε απόδειξη γενικευμένης αλλοίωσης και όταν καλλιεργείται η αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι καθαρό. Αυτό το κλίμα, ιστορικά, δεν οδηγεί πουθενά. Αντίθετα, τροφοδοτεί καχυποψία, ένταση και τελικά περισσότερα προβλήματα από όσα υποτίθεται ότι λύνει.
Και την ίδια στιγμή, η συζήτηση απομακρύνεται ξανά από το ίδιο το παιχνίδι. Από τους ποδοσφαιριστές που ξεχωρίζουν, από τους νέους που δείχνουν ότι υπάρχει ταλέντο και προοπτική. Ο Κωνσταντέλιας, ο Μουζακίτης και αρκετοί ακόμη παίκτες είναι ο λόγος να μιλάμε για ποδόσφαιρο και όχι για παρασκήνιο. Είναι αυτοί που μπορούν να δώσουν ταυτότητα και ενδιαφέρον στο πρωτάθλημα.
Το ζητούμενο δεν είναι να σωπάσουν όλοι ούτε να βαφτίζονται όλα σωστά. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει μέτρο. Να μην τινάζεται στον αέρα κάθε προσπάθεια βελτίωσης με τον πρώτο εκνευρισμό. Γιατί το ελληνικό ποδόσφαιρο έχει πληρώσει ακριβά στο παρελθόν αυτή την επιλογή.
Αν κάτι αξίζει να προστατευτεί, είναι η πρόοδος που έγινε. Μικρή, ατελής, αλλά υπαρκτή. Και αν κάτι αξίζει να μπει ξανά στο επίκεντρο, είναι το ίδιο το παιχνίδι. Αυτό που παίζεται στο γήπεδο. Όχι αυτό που αναπαράγεται έξω από αυτό.


