Το χθεσινό 1-1 του ΠΑΟΚ με την Μπράν στην Τούμπα, για την 5η αγωνιστική του Europa League, αφήνει μια βαθιά αίσθηση ανολοκλήρωτου. Όχι γιατί ο «Δικέφαλος» υστέρησε· το αντίθετο. Για περίπου 89 λεπτά έκανε σχεδόν τα πάντα σωστά: είχε ρυθμό, ένταση, έλεγχο, καθαρές φάσεις και μια διάθεση που έδειχνε ότι ήθελε να «κλειδώσει» από χθες την πρόκριση στους «16». Κι όμως, στο ποδόσφαιρο –ειδικά στο ευρωπαϊκό– η απροσεξία και η έλλειψη καθαρού μυαλού τιμωρούνται με τον πιο σκληρό τρόπο. Η ισοφάριση στο φινάλε ήταν ένα χτύπημα που ο ΠΑΟΚ το προκάλεσε στον εαυτό του.
Αυτό είναι που πονάει περισσότερο: ότι το παιχνίδι ήταν στα χέρια του. Η Μπράν δεν απείλησε ουσιαστικά, ούτε έδειξε ότι μπορεί να πάρει κάτι παραπάνω, μέχρι τη στιγμή που ο ΠΑΟΚ… χαλάρωσε. Μια ολιγωρία, μια κακή αμυντική αντίδραση, ένα λεπτό απόσπασης συγκέντρωσης στέρησε από την ομάδα την ευκαιρία να «καθαρίσει» από την πέμπτη αγωνιστική μια πρόκριση που φαινόταν απολύτως εφικτή. Το 1-1 είναι ένα αποτέλεσμα που δεν αντικατοπτρίζει την συνολική εικόνα του ματς, αλλά αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα: στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η παραμικρή αδράνεια πληρώνεται.
Και φυσικά, όλα αυτά έγιναν σε ένα παιχνίδι όπου οι απουσίες ήταν καταλυτικές. Χωρίς τον Κωνσταντέλια, ο ΠΑΟΚ μοιάζει με ομάδα που της λείπει ένα ολόκληρο κομμάτι δημιουργίας και φαντασίας. Οι εκρήξεις του, η ικανότητά του να «σπάει» τις γραμμές, να παίζει ανάμεσα στις γραμμές, να δίνει διαφορετικό ρυθμό – όλα αυτά έλειψαν χθες όπως λείπουν σε κάθε παιχνίδι που απουσιάζει. Κι αν αυτό ήταν ήδη μεγάλο πρόβλημα, η απώλεια του Πέλκα της τελευταίας στιγμής έκανε την κατάσταση σχεδόν ασφυκτική για τον Λουτσέσκου. Ο ΠΑΟΚ έδειξε ότι μπορεί να οργανωθεί, μπορεί να πατήσει καλά, αλλά στο δημιουργικό κομμάτι φάνηκε καθαρά ότι οι λύσεις… τελείωσαν.
Ο Τσάλοφ, που μπήκε στο 83’, όχι μόνο δεν βοήθησε – ήταν σχεδόν αρνητική παρουσία. Χωρίς ενέργεια, χωρίς ένταση, χωρίς αποφασιστικότητα. Σαν να παίζει με το σώμα στη Θεσσαλονίκη και το μυαλό αλλού. Αυτή η «απουσία», παρότι παρών στο γήπεδο, δείχνει και το βασικό πρόβλημα: ο Ρώσος δεν έχει μπει ούτε πνευματικά ούτε σωματικά στο πνεύμα της ομάδας. Και όταν έρχεται μια κρίσιμη ευρωπαϊκή βραδιά, ένας παίκτης που λειτουργεί ως «ξένο σώμα» δεν μπορεί παρά να χαμηλώσει κι άλλο τη συνολική αποτελεσματικότητα.
Τώρα όμως δεν υπάρχει χρόνος για παράπονα ή αναμάσημα της απογοήτευσης. Σε δύο εβδομάδες έρχεται ο «τελικός» με τη Λουντογκόρετς στη Βουλγαρία. Ένα παιχνίδι που θα καθορίσει όχι απλώς τη συνέχεια στον όμιλο, αλλά την ευρωπαϊκή πορεία του ΠΑΟΚ. Με νίκη, ο «Δικέφαλος» ουσιαστικά «κλειδώνει» την πρόκριση και πηγαίνει στα υπόλοιπα τρία ματς –Μπέτις εντός, Λυών εκτός– με αυτοπεποίθηση και μεγαλύτερα περιθώρια διαχείρισης. Χωρίς αυτήν, όμως, όλα γίνονται σύνθετα, αγχωτικά και επικίνδυνα.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται τώρα και ο κομβικός αγώνας της Κυριακής στη Λειβαδιά. Ο Λεβαδειακός βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση και δεν θυμίζει σε τίποτα τις ομάδες παλαιότερων ετών. Ο ΠΑΟΚ, από την πλευρά του, καλείται να διαχειριστεί όχι μόνο τη σωματική κούραση από το απαιτητικό ευρωπαϊκό 90λεπτο, αλλά –κυρίως– την πνευματική. Κι αυτό ενώ άγνωστο παραμένει αν θα έχει Κωνσταντέλια, Καμαρά και ίσως ούτε Πέλκα στη διάθεσή του. Το παιχνίδι αυτό μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο δύσκολο απ’ όσο φαίνεται, όχι επειδή ο αντίπαλος τρομάζει, αλλά επειδή η συγκυρία το κάνει κομβικό για τη συνέχεια στο πρωτάθλημα.
Η χθεσινή «Χ»άμενη ευκαιρία πρέπει να γίνει μάθημα — σκληρό, αλλά απαραίτητο. Γιατί αποδείχθηκε ότι ο ΠΑΟΚ έχει μπροστά του δύο εβδομάδες που θα καθορίσουν την πορεία ολόκληρης της σεζόν. Και ότι κάθε λάθος, κάθε απροσεξία, κάθε «σιωπή» — πάνω στο χορτάρι — μπορεί να στοιχίσει πολύ ακριβά. Η πρόκριση δεν χαρίζεται. Κερδίζεται — και χθες, ο ΠΑΟΚ είχε την πρόκριση στα πόδια του. Αλλά την άφησε να φύγει. Είναι στο χέρι του να την ξαναπάρει.
Υ.Γ.:
Σε μια μέρα που το ποδόσφαιρο άφησε γλυκόπικρη γεύση, το μπάσκετ του ΠΑΟΚ έγραψε ιστορία. Η αλλαγή σελίδας στην ΚΑΕ, με την αποχώρηση του Θανάση Χατζόπουλου και την ανάληψη της ομάδας από τον Αριστοτέλη Μυστακίδη, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της σύγχρονης μπασκετικής ιστορίας του συλλόγου. Ο Χατζόπουλος έφυγε αφήνοντας παρακαταθήκη αξιοπρέπειας και σωτηρίας σε δύσκολες εποχές, ενώ ο Μυστακίδης φέρνει όραμα, οικονομική σταθερότητα και προοπτική. Μια νέα εποχή ξεκινά — και ολόκληρη η οικογένεια του ΠΑΟΚ έχει κάθε λόγο να την ατενίζει με αισιοδοξία.


