Στη δημόσια σφαίρα τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η τοξικότητα δεν είναι μια απλή παρενέργεια της αντιπαράθεσης, αλλά συχνά ένα μεθοδευμένο εργαλείο. Όταν τα αρνητικά αποτελέσματα ή τα λάθη γίνονται αφορμή για δυσανάλογες επιθέσεις, όταν η δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε εύφλεκτο υλικό που κάποιοι φροντίζουν να ανάψουν, τότε δεν μιλάμε για αυθόρμητη κριτική. Μιλάμε για στρατηγική. Για μια βιομηχανία τοξικότητας που παράγει εντυπώσεις, χτίζει αμφιβολίες και επενδύει στη διχόνοια.
Σε αυτό το πεδίο, η αμεροληψία είναι η πρώτη απώλεια. Η κριτική, που σε μια υγιή κοινωνία είναι απαραίτητη για να λειτουργεί ο έλεγχος και να εξασφαλίζεται η πρόοδος, αλλοιώνεται και γίνεται μέσο στοχοποίησης. Αντί να φωτίζει τα γεγονότα, τα συσκοτίζει. Αντί να προτείνει λύσεις, καλλιεργεί σύγχυση. Αντί να ενδυναμώνει τον διάλογο, τον δηλητηριάζει. Και κάπως έτσι, η δημόσια συζήτηση δεν κινείται γύρω από τα πραγματικά δεδομένα, αλλά γύρω από εντυπώσεις που έχουν στηθεί μεθοδικά.
Η τακτική είναι γνωστή: ανυπόγραφα κείμενα, υπερβολές, αιχμές χωρίς αποδείξεις, σενάρια που βαφτίζονται «αποκαλύψεις». Πρόκειται για παραμύθια χωρίς δράκο, αλλά με σαφή στόχο: να φθείρουν όσους βρίσκονται στο προσκήνιο, να καλλιεργήσουν αμφιβολία εκεί που υπάρχουν αποτελέσματα, να ακυρώσουν κάθε απόπειρα δημιουργίας ή προόδου. Κι όμως, η ιστορία δείχνει ότι όσα χτίζονται με πράξεις, έργο και συνέπεια, δεν γκρεμίζονται με ψιθύρους.
Ο καθένας κρίνεται από τις επιλογές του. Και όσοι επενδύουν στην τοξικότητα θα κριθούν κι αυτοί , όχι από τους ίδιους τους μονολόγους τους, αλλά από το κοινό που έχει μάθει να διακρίνει. Γιατί η κόσμος δεν είναι αφελής. Ξέρει να ξεχωρίζει την ουσιαστική αποτίμηση από την κακοπροαίρετη επίθεση, την ενημέρωση από την προπαγάνδα, το γεγονός από την κατασκευή. Ξέρει να αναγνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στη θεμιτή, τεκμηριωμένη κριτική και στην κατευθυνόμενη δηλητηρίαση μυαλών.
Γι’ αυτό και η αμεροληψία είναι σήμερα πιο απαραίτητη από ποτέ. Όχι ως πολυτέλεια, αλλά ως προϋπόθεση για να μπορεί ο δημόσιος διάλογος να έχει νόημα. Χωρίς αυτήν, καμία κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί όρθια, καμία ομάδα δεν μπορεί να προοδεύσει. Όπου λείπει η αμεροληψία, φυτρώνουν η παραπληροφόρηση, η καχυποψία, η σύγχυση. Όπου λείπει η αμεροληψία, το κενό το γεμίζουν οι φωνές που κραυγάζουν πιο δυνατά, όχι εκείνες που λένε την αλήθεια.
Και σε τελική ανάλυση, αυτό που ενοχλεί περισσότερο όσους επενδύουν στην τοξικότητα δεν είναι ότι δέχονται κριτική. Είναι ότι ο κόσμος έχει μάθει να τους αναγνωρίζει. Όσο κι αν επιχειρούν να ντύσουν τα επιχειρήματά τους με βαρύγδουπες λέξεις, όσο κι αν προσπαθούν να κρύψουν τις σκοπιμότητες πίσω από μισές αλήθειες, στο τέλος δεν μπορούν να αποφύγουν το αναπόφευκτο: «τους πήρε χαμπάρι κι ο τελευταίος».
Και αυτό είναι, τελικά, η μεγαλύτερη ήττα τους.


